Η Φαντασμαγορία της Ταυτότητας | ΣΤΕΛΑ ΑΝΑΣΤΑΣΑΚΗ

english


Νίκος Κεσσανλής, Το πλήθος, 1965

«Δύο στοιχεία συνθέτουν τη σκιά: ένα υλικό και ένα πνευματικό. Υλικό είναι το σκιασμένο σώμα. Πνευματικό είναι το φως. Φως και σώμα γεννούν τη σκιά.»
Leonardo da Vinci. «Το φως και η σκιά». Trattato della pittura

Σε ορισμένες περιπτώσεις τα σώματα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν ν’ αναδυθεί από μέσα τους ένα επίπλαστο αντίγραφο του εαυτού τους, ασαφές και άπιαστο. Η μυστηριώδης σκιά, που προκάλεσε το θαυμασμό και απασχόλησε τον άνθρωπο από τη στιγμή που άρχισε ν’ αναρωτιέται για τη φύση των πραγμάτων, αποτελεί το βασικό συστατικό της Φαντασμαγορίας της Ταυτότητας, έργο ενός Έλληνα καλλιτέχνη, του Νίκου Κεσσανλή.

Πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες καλλιτέχνες που συνέβαλλε καθοριστικά στην ανανέωση του εικαστικού λόγου στην ελληνική τέχνη. Σε όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν έπαψε να αναζητάει νέους τρόπους έκφρασης, στοιχείο που φαίνεται στο διαρκή πειραματισμό και την έντονη κινητικότητά του τόσο ανάμεσα σε πόλεις και χώρες, όσο και στα μέσα έκφρασης που χρησιμοποίησε στην εικαστική του δημιουργία. Οι Φαντασμαγορίες της Ταυτότητας, έργο της περιόδου 1963-65, παρουσιάστηκαν το 1965 σε Βερολίνο (gallery Katz), Ρώμη (gallery Dell’ Obelisco) και Παρίσι (Μπιενάλε Νέων ,gallery Lacloche), και το 1970 αναδρομικά στο Μιλάνο (gallery Appolinaire) στην έκθεση «Pitturificio Italiano».

Τι είναι όμως εκείνο που συνθέτει τη Φαντασμαγορία της Ταυτότητας; Ο καμβάς, αντικαθίσταται από μια υφασμάτινη λευκή οθόνη που φτάνει από το ταβάνι μέχρι το πάτωμα, ενώ τη θέση των πινέλων και των χρωμάτων παίρνουν οι προβολείς. Είδωλα, σκιές και φάσματα που προβάλλονται πάνω σε μια διάφανη οθόνη, σταθεροποιούνται πάνω σε ευαισθητοποιημένο πανί και εκτυπώνονται σε φυσικό μέγεθος. Σιγά σιγά το μυαλό μας ανακαλεί μνήμες από το θέατρο σκιών και τον Καραγκιόζη της λαϊκής παράδοσης.

Πρόκειται για μια σειρά σκιαγραφήσεων, συνδυασμό της φωτογραφίας και του θεάτρου σκιών. Πάνω σε ευαισθητοποιημένο ημιδιάφανο πανί, προβάλουν πρόσωπα που ποζάρουν κάτω από το φως των προβολέων· οι στάσεις οι χειρονομίες και οι φόρμες που σκιαγραφούνται πάνω στο πανί φωτογραφίζονται από τον καλλιτέχνη, που διαφοροποιώντας τις φωτιστικές εντάσεις, πετυχαίνει μια ατελείωτη κλίμακα από σκιές, επι-θέσεις, αλλοιώσεις των περιγραμμάτων, όπως επίσης αποχρώσεων και διαβαθμίσεων άσπρου και μαύρου[1]. Οι ανθρώπινες μορφές υπό το πρίσμα της σκιάς προσλαμβάνουν μια νέα οπτική διάσταση, εξαϋλωμένη, σχεδόν μεταφυσική, ενώ συγχρόνως διατηρούν τα στοιχεία της ταυτότητας τους. «Οι άνθρωποι πέρα από τις επιμέρους παραμορφώσεις τους, διατηρούν μέσα από χιλιάδες αόρατες λεπτομέρειες την οργανική συνοχή της προσωπικότητάς τους· ένα νευρικό τικ, μια ρυτίδα, μια κύρτωση του σώματος, η διαδικασία μιας χειρονομίας, τόσα μικρά τίποτα σας προδίδουν, αποκαλύπτοντας την ταυτότητά σας»[2].

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν πως όταν εγκαταλείπουμε τον κόσμο, επιζούμε ως σκιές μεταξύ σκιών. Η σκιά, ως απουσία φωτός, πολλές φορές, στη λαϊκή μας γλώσσα συνδέθηκε με την απουσία και το θάνατο: «το βασίλειο των σκιών», «η σκιά του θανάτου», στο σημείο που ο φόβος μπροστά στο θάνατο να ταυτίζεται με το φόβο μπροστά στη σκιά. Στα πλαίσια εκλογίκευσης και εξορκισμού αυτού του φόβου η λαϊκή παράδοση δημιούργησε το θέατρο σκιών.

Οι ρίζες του θεάτρου σκιών τοποθετούνται στην Κίνα, όπου ο αυτοκράτορας Wu-Di (2ος αι. π. Χ.), βρήκε παρηγοριά για το χαμό της ευνοημένης του, στην εφεύρεση του θεάτρου σκιών. Το θέατρο σκιών σ’ αυτή την περίπτωση χρησιμοποιήθηκε για να πραγματοποιήσει μια πανανθρώπινη επιθυμία, αυτήν της επαναφοράς ενός νεκρού προσώπου στον κόσμο των ζώντων.
Το θέατρο σκιών έχει ως αφετηρία ένα κόσμο που ενώ έχει την δική του δυναμική, μια δυναμική ψευδαισθησιακή, παρουσιάζεται ως πραγματικότητα. Προτείνει ένα κόσμο παιχνιδιού, που μας επιτρέπει να επιστρέψουμε, μετά το τέλος της παράστασης, στο δικό μας ασφαλή κόσμο. Η ψυχαγωγική χρήση ενός φαινομένου που τρομοκρατεί τον άνθρωπο, έδωσε στο θέατρο σκιών την εκπληκτική εκείνη δύναμη της υποβολής, από τη Δύση ως τη μακρινή Ανατολή[3].

Τα στοιχεία που συνθέτουν την πρακτική του θεάτρου σκιών, είναι καταρχάς μια οθόνη, μια επιφάνεια στην οποία συνυπάρχει, το φως και η σκιά. Η οθόνη αυτή που παρεμβάλλεται μεταξύ των παιχτών και των θεατών, δεσμεύει την προσοχή και λειτουργεί σαν ένα φωτεινό παράθυρο, μια είσοδο σ’ ένα κόσμο μαγικό. Η θεατρική αυτή σκηνή, είναι διάφεγγη, λουσμένη από ένα δυνατό φως που προβάλλεται πίσω από το πανί και αρκεί μονάχα μια κίνηση της μαριονέτας για να ξεκινήσει η αφήγηση και…

«Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας…».

Πάνω στη φωτεινή οθόνη ο παίχτης ακουμπάει και κινεί μαριονέτες, φιγούρες επίπεδες, ειδικά κατασκευασμένες γι’ αυτό το σκοπό, που η διαπερατότητα που επιτρέπουν στο φως των προβολέων ποικίλει, ενώ στην οθόνη εμφανίζεται μια σκιά. Ο χειριστής δίνει ζωή στην προβαλλόμενη σκιά της κούκλας, την κουνάει και την κάνει να μιλάει.

Ωστόσο, η τεχνική του θεάτρου σκιών, πήρε άλλη μορφή στη Δύση και άλλη στην Ανατολή, αντανακλώντας τις διαφορές στην κοινωνική και ιδεολογική τους πρακτική. Το κύριο στοιχείο που διαφοροποιεί τα ποικίλα θέατρα σκιών -πέρα από την καθαρά εικαστική διαφοροποίηση στις φιγούρες και τη θεματολογία- εντοπίζεται στο εξής: στην Ανατολή, δεν ενοχλεί να φαίνεται από το κοινό ο χειριστής της κούκλας, ενώ στη Δύση το να είναι φανερός, φαίνεται να καταστρέφει την ψευδαίσθηση του θεάματος. Στο ανατολικό τμήμα, η δημιουργία της ψευδαίσθησης είναι δυνατή· δεν αντιλαμβάνονται το χειριστή σαν ξένο που εισβάλει στον κόσμο του φανταστικού, αλλά σαν κάποιον που υπηρετεί τον κόσμο αυτό και συμβάλλει στη τελετή εμφάνισής του. Σε αντίθεση με την ανατολή, ο μεσογειακός στοχασμός τείνει να αποχωρίσει το δημιουργό από το δημιούργημά του. Ο δημιουργός είναι ένα ον που κρύβεται πίσω από την αδιαφάνεια του δημιουργήματός του, ενώ αντιθέτως στην ανατολή, δεν υπάρχει περιθώριο που να χωρίζει το δημιουργό από το δημιούργημά του. Το ορατό ή μη του χειριστή του θεάτρου σκιών στους ασιατικούς και μεσογειακούς πολιτισμούς αντανακλά τις βαθιά ριζωμένες αρχέγονες δοξασίες των λαών που το χρησιμοποίησαν. Παράλληλα φαίνεται να αντλεί το υλικό του μέσα από τη ρεαλιστική παρατήρηση της καθημερινότητας, άλλοτε τη μιμείται και άλλοτε προσπαθεί να εξορκίσει και να εκλογικεύσει τα υπερβατικά της χαρακτηριστικά.

Σ’ αυτά τα πλαίσια η υιοθέτηση της σκιάς σαν φιγούρα -στοιχείο που στη λαϊκή παράδοση συνδέεται με τον κόσμο των σκιών και κατ’ επέκταση του θανάτου- τείνει να λειτουργήσει συνδετικά ανάμεσα στους δύο κόσμους πραγματικό-φανταστικό, γνωστό-άγνωστο. Ωστόσο σε αντίθεση με τον πραγματικό κόσμο, στο φανταστικό κόσμο του θεάτρου τον έλεγχο της μορφής τον έχει ο χειριστής της κούκλας που ανάλογα με την επιθυμία του μπορεί να την υποτάξει ή να την απελευθερώσει. Είναι ο κύριος των ‘σημείων’• δίνει ζωή στη μαριονέτα, η οποία σ’ αυτό το πλαίσιο εκπροσωπεί το ανθρώπινο, και εξαρτάται από τον άνθρωπο που την κινεί· γίνεται φορέας της προσδοκίας ελέγχου της ανθρώπινης ζωής, απαλλαγμένης από τη μοιρολατρία και την πίστη σε μια ανώτερη δύναμη που συντονίζει το ρυθμό της ζωής.

Με ανάλογο τρόπο ο Νίκος Κεσσανλής χρησιμοποιεί τις τεχνικές και τα μέσα του θεάτρου σκιών, δημιουργώντας μια διάσταση όπου το υπερβατικό στοιχείο κυριαρχεί. Η συμπαγής ανθρώπινη μορφή απουσιάζει από το έργο του, ενώ τη θέση της έχει πάρει η φευγαλέα και αέρινη σιλουέτα της σκιάς, που μας μεταφέρει σε μια άλλη παραμυθιακή διάσταση.

Πιστός στη μεσογειακή πρακτική, απομακρύνεται από το δημιούργημά του και δεν αφήνει να αποκαλυφθεί κανένα στοιχείο της δικής του παρουσίας στη φωτεινή σκηνή. Ωστόσο δυο στοιχεία διαφοροποιούν το έργο του από το θέατρο σκιών, δίνοντας διαφορετικές προεκτάσεις και συμβολισμούς.

Το πρώτο είναι ότι οι φιγούρες του Νίκου, σφριγηλές και τρισδιάστατες σφύζουν από ζωή. Τα μοντέλα του Νίκου, πρόσωπα «ζώντα», κινούνται μόνα τους και παίρνουν πρωτοβουλίες καθιστώντας τη δική του παρέμβαση περιττή. Σ’ αυτό το σημείο ο καλλιτέχνης ενεργεί αντίστροφα, σκηνοθετώντας ένα ιδιόμορφο θέατρο σκιών. Αντί να χρησιμοποιήσει «άψυχες» μαριονέτες (μιμήσεις της ανθρώπινης μορφής) και να τους δώσει ζωή με κίνηση και λόγο, χρησιμοποιεί πραγματικούς ανθρώπους, και ενεργώντας αντίστροφα αποκαλύπτει την άυλη και βουβή πλευρά της ύπαρξής τους. Δίνει μ’ αυτό τον τρόπο ένα εισιτήριο για ένα ταξίδι εσωτερικό, αναζήτηση της άλλης πλευράς της ταυτότητας, μια πρόταση ενδοσκόπησης.

Το δεύτερο στοιχείο, προκύπτει πάλι από την επιλογή των ζωντανών μοντέλων. Η σκιά που ρίχνει ένας άνθρωπος, δεν είναι στατική αλλά ούτε και απολύτως επίπεδη (σε σύγκριση πάντα με τη σκιά που ρίχνει μια μαριονέτα). Οι διαφορετικές φωτεινές πηγές που χρησιμοποιεί ο Νίκος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι τα μοντέλα του δεν κολλάνε πάνω στη διάφανη οθόνη, επιτρέπει την εμφάνιση παραπάνω από μίας σκιάς στην ίδια μορφή. Μ’ αυτό τον τρόπο, δεν ακυρώνει την τρίτη τους διάσταση, επιβεβαιώνοντας το γεγονός ότι οι μορφές του έχουν όγκο και ζωή. Ο άνθρωπος όμως δεν είναι μόνο σώμα, είναι και ψυχή και πνεύμα. Ο καλλιτέχνης, άνθρωπος ευαίσθητος, έχει αντιληφθεί την αλλαγή που συντελείται με γοργούς ρυθμούς και τείνει να καταστήσει τον άνθρωπο όν απρόσωπο, μηχανικό.

«Επιταχυνόμενοι ρυθμοί, φωτιστικές επιθετικότητες, φώτα κυκλοφορίας, πόλεις που φλέγονται τις νύχτες από το όργιο της φωτεινής διαφήμισης, όλ’ αυτά αποτελούν το σύγχρονο τοπίο των πόλεων.

Χιλιάδες εικόνες βομβαρδίζουν το μάτι του ανθρώπου, σήματα που το οδηγούν, που το μεταμορφώνουν και το προκαθορίζουν.

Ο άνθρωπος είναι μόνο ένα μάτι, που δέχεται το χείμαρρο των εικόνων και σινιάλων που τον διατάσσουν.

Ο άνθρωπος της πόλης κοιτάζεται μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη και μοιάζει σα μια μαριονέτα προγραμματισμένη. Βλέπει να υφίσταται τη θέληση της θεάς Τεχνολογίας, που τα ανεξιχνίαστα κυκλώματά της μεταμορφώνουν αυτή τη μαριονέτα.»[4].

Σε μια κοινωνία βιομηχανική, που οι άνθρωποι θυμίζουν χειραγωγούμενες μαριονέτες, ο καλλιτέχνης θα χρησιμοποιήσει τα μηχανικά μέσα, θα υιοθετήσει τη χρήση τους για να μεταδώσει το δικό του μήνυμα. Λειτουργεί σαν καθρέφτης και συνάμα σαν πομπός που προβάλλοντας τον κοινωνικό του προβληματισμό μέσα από το έργο του, θα κάνει τη δική του προσπάθεια να προκαλέσει τις ευαίσθητες χορδές του κοινού του. Με τις φαντασμαγορίες της ταυτότητας ο Κεσσανλής μας προκαλεί να δοκιμάσουμε ένα διαφορετικό τρόπο θέασης της πραγματικότητας, φαντασμαγορικό, και να αναζητήσουμε τη δική μας μοναδική και ιδιαίτερη ταυτότητα, που η καθημερινότητα τείνει να μηδενίσει, προτείνοντας ένα συμβολικό αντιστάθμισμα μέσα από το θέατρο σκιών.

Μέσα από τις φαντασμαγορίες της ταυτότητας ο Κεσσανλής μας μεταφέρει στο μαγικό κόσμο της σκιάς, παρουσιάζοντάς μας τη δική του μεταφυσική οπτική της πραγματικότητας. Με τη μεταφορά της μαγική οθόνης του θεάτρου σκιών στην καθημερινότητα, και με οδηγό τον ίδιο, γινόμαστε μύστες μιας άλλης πραγματικότητας, αέρινες υπάρξεις που κατοικούν σε μαγικά λυχνάρια, δέσμιοι σπηλαίου, σκιές ονείρων…

1. Restany, P., Nikos,εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1988, σελ. 26

2. Restany P., ‘Les fantasmagories de l’ identité Nikos’, Katz (Βερολίνο), Dell’ Obelisco(Ρώμη), Lacloche (Παρίσι), Ιούλιος 1965

3. Ως Ανατολή, θα ορίσουμε τις περιοχές της Ανατολικής Ασίας, Κίνα, Ταιβάν, Ταϊλάνδη, Ινδονησία, Ινδίες, ενώ ως Δύση θα εννοήσουμε την Περσία και τις ισλαμικές χώρες της μεσογείου, καθώς και την Ελλάδα.

4. Δανιήλ, Η ζωγραφική πράξη και σκέψη, Αίθουσα τέχνης Δεσμός, Αθήνα, 1973, σελ. 36

Βιβλιογραφία

Αδαμοπούλου, Α., Ελληνική Μεταπολεμική Τέχνη, Εικαστικές παρεμβάσεις στο χώρο, University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 2000
Casati, R., Η ανακάλυψη της σκιάς, μτφ. Κούρκουλος, Ν., εκδ. Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2004
Δαμιανάκος, Στ., Θέατρο Σκιών: Παράδοση και Νεωτερικότητα, εκδ. Πλέθρον, Λαϊκός Πολιτισμός/ Τοπικές Κοινωνίες, Αθήνα, 1986
Δανιήλ, Η ζωγραφική πράξη και σκέψη, Αίθουσα τέχνης Δεσμός, Αθήνα ,1973
Καμπουρίδης ,Χ., Ο Πλατωνισμός ενός Βαρβάρου, Δημοτική Πινακοθήκη Θεσσαλονίκης, Δήμος Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη, 1988
Καρκαγιάννη- Καραμπέλια, Β., Νίκος, ΖΜ Σύγχρονη Εποχή Πανσέληνος, Θεσσαλονίκη, Μάρτιος, 1977
Restany, P., Nikos, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1988
Τζιρτζιλάκης Γ. ‘Νίκος Κεσσανλής’, Κατάλογος Αναδρομικής Έκθεσης, Οργανισμός πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης, (Θεσσαλονίκη, Ελλάδα), Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκη, Οκτώβριος -Νοέμβριος 1997,ΟΠΠΕΘ, 1997