14η Αρχιτεκτονική Μπιενάλε της Βενετίας: Χαμένοι στη Νεωτερικότητα; | ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΖΑΝΑΚΟΥ ΚΑΙ ISRAEL HURTADO COLA

english  español

Click on any image to view gallery


Ποιος μπορεί να αρνηθεί τη συνθετότητα μιας Νεωτερικότητας η οποία διαμορφώνεται δια μέσω πολλαπλών και καταληκτικά ανεξέλεγκτων μεταβλητών, ιδιαίτερα σε μια εποχή σαν τη σημερινή, όπου επικρατεί το τυχαίο και όπου βρισκόμαστε συνεχώς αντιμέτωποι με μια τρεμάμενη αστάθεια ατελείωτων παιχνιδιών εξουσίας, όπως αυτά διαμορφώνονται από τις κυρίαρχες και μη απτές δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης και του καταναλωτισμού; Προερχόμενη από το Λατινικό «modernus», η Νεωτερικότητα καθοδηγείται από την ιδέα του «εδώ και τώρα» και όπως ο πατέρας του όρου Charles Baudelaire πρότεινε, σκοπεύει να ορίσει την εφήμερη εμπειρία μέσα σε ένα αστικό περιβάλλον. Ούσα χρονική έννοια επιδεχόμενη πολλαπλών ερμηνειών και χαρακτηριζόμενη από έντονή ιστορική ασυνέχεια, ουσιαστικά σκοπεύει στο να αιχμαλωτίσει ό,τι είναι μοναδικό στο παρόν.

Αλλά τι αποσκοπεί να πετύχει ο Ολλανδός γκουρού της σύγχρονης αρχιτεκτονικής και επιβλέπων επιμελητής της 14ης Αρχιτεκτονικής Μπιενάλε της Βενετίας Rem Koolhaas με την επιμελητική του πρόταση επονομαζόμενη Θεμέλια (Fundamentals); Και γιατί προτείνει σε όλες τις εθνικές αποστολές να απαντήσουν στο κοινό θέμα «Απορροφώντας την Νεωτερικότητα: 1914-2014» (Absorbing Modernity: 1914-2014);

Η εμπειρία και των δυο εκθέσεων μας έδωσε την εντύπωση ότι ο Koolhaas, δια μέσω της αρχιτεκτονικής, αποσκοπεί να απεικονίσει τη χαώδη τάξη του παρόντος έτσι ώστε να  βροντοφωνάξει την ανάγκη για επιστροφή σε θεμελιώδεις αρχές. Αυτό θα επιτρέψει την δόμηση ενός βιώσιμου μέλλοντος το οποίο, χωρίς να στερείται φαντασίας και δημιουργικότητας, θα βασίζεται πάνω σε αναθεωρημένα ή νεοσυμφωνηθέντα αξιώματα. Με αυτή του την επιλογή θέτει υπό ερώτηση όχι μόνο την αρχιτεκτονική πρακτική αλλά  παράλληλα την παράδοση της Βενετσιάνικης έκθεσης καθαυτής, καθώς επίσης τη σχέση με τους εαυτούς μας και το κοινωνικό και φυσικό μας περιβάλλον.

 

ΘΕΜΕΛΙΑ (FUNDAMENTALS)

Με το να ριζώνει το θέμα αυτής της χρονιάς στην ιδέα των θεμελίων, ο Koolhaas αποσκοπεί  στο να προσδώσει μια βαθιά αναθεώρηση της σύγχρονης αρχιτεκτονικής δια μέσω μιας ενδελεχούς ανασκόπησης των βασικών στοιχείων της επιστήμης και ειδικότερα των: πάτωμα, τοίχος, ταβάνι, οροφή, πόρτα, παράθυρο, πρόσοψη, μπαλκόνι, διάδρομος, τζάκι, τουαλέτα, σκάλα , ανελκυστήρας και ράμπα.

Συμπίπτοντας με την εκατονταετηρίδα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Koolhaas επιλέγει να εκθέσει το κάθε ένα από τα παραπάνω θεμελιώδη στοιχεία κατά ένα τρόπο που κινείται πέραν της αρχιτεκτονικής σφαίρας, δίνοντας έμφαση στο σημειολογικό και κοινωνικο-πολιτικό τους χαρακτήρα, όπως αυτός ορίζεται σε σχέση με το χώρο και το χρόνο. Έτσι, βρίσκουμε πως η απεικόνιση πολιτικών αρχηγών αυταρχικών καθεστώτων -όπως των δικτατόρων Benito Mussolini και  Adolf Hitler να δίνουν τους πομπώδεις λόγους τους πάνω σε ένα μπαλκόνι- ξεκάθαρα προτείνει ερμηνείες που πάνε πέρα από την αναπόσπαστη ιδιότητα του μπαλκονιού ως στοιχείου φυσικής υποστήριξης, που καθιστά σαφείς κάποιες άλλες συγκαλυμμένες ιδιότητες και διαδράσεις μεταξύ του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου. Η τοποθέτηση μιας μοναδικής αυταρχικής μορφής σε ένα μπαλκόνι το οποίο βρίσκεται πάνω και πέρα από τις ομοιόμορφες μάζες ανθρώπων, μετατρέπει το μπαλκόνι απ’ ευθείας σε ένα εργαλείο δύναμης και πολιτικής χειραγώγησης.

Κατά παρόμοιο τρόπο, στον τομέα των «Τοίχων» περπατάμε κατά μήκος της ιστορίας του τοίχου η οποία εκτυλίσσεται γύρω από τη δυνατότητα του στοιχείου να λειτουργήσει και ως προστατευτικό αλλά και ως περιοριστικό εμπόδιο το οποίο εγκολπώνει ή διαχωρίζει κάποιον από το περιβάλλον του. Οι τοίχοι, με το να θέτουν όρια και περιορισμούς, έχουν συχνάκις χρησιμοποιηθεί ως σύμβολα εξουσίας και πλούτου. Η εξέλιξη, τα διάφορα υλικά και οι τεχνολογίες που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τοίχων σε διάφορες πολιτισμικές παραδόσεις παρουσιάζονται όμορφα με τη χρήση αντιγράφων αληθινών διαστάσεων.

Κάποιες κριτικές φωνές αντιλήφθηκαν τη συμμετοχή του Koolhaas στη Μπιενάλε της Βενετίας ως απόπειρα περαιτέρω αισθητικοποίησης της εξουσίας του, και την επιμελητική του προσέγγιση σαν ειρωνική κόκκινη σημαία για τον αρχιτεκτονικό κόσμο. Το επιχείρημα γίνεται πειστικότερο ιδιαίτερα εάν αναλογιστούμε πως η Μπιενάλε της Βενετίας δεν αποτελεί εξαίρεση σε έναν κόσμο όπου οι διεθνείς εκθέσεις χρησιμοποιούνται ως το βασικό μέσο για την προαγωγή του καταναλωτισμού και της ψυχαγωγικής κουλτούρας. Η Αρχιτεκτονική έκδοση της Μπιενάλε, η οποία είναι από τα σχετικά νεότερα αδέρφια των Καλών Τεχνών, του Σινεμά, της Μουσικής και της θεατρικής έκδοσης, με το να παραμένει παρωχημένη αποτυγχάνει να συμβάλει και στην αρχιτεκτονική αλλά και στην ευρύτερη κουλτούρα και πολιτισμό.

Το τελικό αποτέλεσμα των Θεμελίων και των παράλληλων παρουσιάσεων και εκδηλώσεων, εκτός από το να έρχεται σαν μια αναμενόμενη αιτιολόγηση των παθογενειών των σύγχρονων κοινωνιών, κατάφερε να μας καταπλήξει με το υβριδικό και ιδιαίτερα ακαθόριστο ύφος του. Ειδικότερα, το παρουσιαζόμενο αποτέλεσμα προσφέρει μια ετερογενή και αταξινόμητη εμπειρία η οποία αποτελεί μια πομπώδη ανάμιξη μεταξύ κατασκευαστικής έκθεσης, χώρου εκδηλώσεων, μουσείου και βιβλιοθήκης, με μια δόση γκαλερί σύγχρονης τέχνης∙ στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να βρουν κοινό έδαφος  μόνο κάτω από την ομπρέλα του πολιτισμικού σχετικισμού. Παρά ταύτα, η επιλογή του Koolhaas να δώσει έμφαση στην έρευνα και τα υλικά αντί στη μορφή και την αισθητική, καταδεικνύει την ανάγκη για μια καλά διερευνημένη, και αποκλειστικά αρχιτεκτονο-κεντρική έκθεση.

 

ΕΘΝΙΚΑ ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ

Σχετικά με τα εθνικά περίπτερα, για πρώτη φορά στην ιστορία της Μπιενάλε, ο Koolhaas αποπειράθηκε να σπάσει το πατρόν σύμφωνα με το οποίο κάθε περίπτερο διατηρεί την αυτονομία του. Στη απόπειρά του να δημιουργήσει ένα βαθμό ‘συνεργατικότητας και συνοχής’, ο Επιμελητής της Μπιενάλε πρότεινε και στις 65 συμμετέχουσες αποστολές να απαντήσουν στο κοινό θέμα «Απορροφώντας την Νεωτερικότητα: 1914-2014».

Έστω και εάν ο Koolhaas ορίζει τη χρονική περίοδο που θέτει ως Νεωτερικότητα, το θέμα καταλήγει να είναι προβληματικό εάν κάποιος αναλογιστεί το περιβάλλον και τους όρους πάνω στους οποίους έχει στηθεί η έκθεση. Ενώ ο Koolhaas βάζει περιορισμούς στα κοινά στοιχεία διαφορετικών αρχιτεκτονικών πρακτικών ανά τον κόσμο προκειμένου να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο η Νεωτερικότητα έχει θολώσει και ομογενοποιήσει τοπικές παραδόσεις, η έκθεση καθεαυτή λαμβάνει χώρα σε ένα παραδοσιακό, παλαιού-τύπου και δομικά απαράλλακτου εθνικο-κεντρικού φορμάτ. Αυτό οδηγεί σε μια έκθεση που έχει μια αναχρονιστική γεύση που μάλλον παραπέμπει σε μια αρχιτεκτονική Eurovision παρά σε μια παγκόσμια έκθεση σύγχρονης αρχιτεκτονικής.

Συμπερασματικά, η έκθεση αποτυγχάνει να καταδείξει με καθαρότητα τα θεμέλια πάνω στα οποία έχει δομηθεί η σύγχρονη, ανά περιοχή, αρχιτεκτονική αλλά και τις πιο σύγχρονες αρχιτεκτονικές προτάσεις παράγοντας την ίδια σύγχυση όπως ο τομέας των Θεμελίων. Είναι πραγματικά δύσκολο για τον επισκέπτη να κατανοήσει τις πιο σύγχρονες αρχιτεκτονικές πρακτικές ανά πολιτισμό και παράδοση, τις σύγχρονες τάσεις και τις πιο πρόσφατες δημιουργικές πρακτικές.

Από τα εθνικά περίπτερα που επισκεφτήκαμε, το Αυστραλιανό, το Κινεζικό και το Καναδικό περίπτερο προσέλκυσαν περισσότερο την προσοχή μας, ενώ από τις παράλληλες εκθέσεις διακρίναμε το περίπτερο της πόλης της Μόσχας.

Το Αυστραλιανό περίπτερο, τιτλοφορούμενο «Αυξανόμενη Αυστραλία 1914-2014»  (Augmented Australia 1914- 2014) το οποίο επιμελήθηκαν οι Felix_Giles _Anderson + Goad δέχτηκε πολλούς επισκέπτες υπό τη στέγη του προσωρινού περιπτέρου, του Cloud Space. Το κατονομαζόμενο «αόρατο» ή ακόμα και «ανύπαρκτο» περίπτερο εντυπωσίασε με την καινοτομία του, καθώς δομήθηκε πάνω σε μια εφαρμογή για κινητές συσκευές την οποία οι επισκέπτες μπορούν να κατεβάσουν δωρεάν ώστε να ξεκινήσουν το ψηφιακό τους ταξίδι στις 23 πιο αξιοθαύμαστες και μη υλοποιημένες αρχιτεκτονικές προτάσεις της Αυστραλίας.

Η αρχική ιδέα ξεπήδησε από ένα απρόσμενο γεγονός: λόγω κατασκευαστικών καθυστερήσεων, το καινούριο περίπτερο της Αυστραλίας δε θα ολοκληρωθεί πριν το 2015. Τα μέλη της οργανωτικής επιτροπής αποφάσισαν να μετατρέψουν αυτήν την καθυστέρηση σε ευκαιρία. Έτσι, χρησιμοποίησαν τα πλεονεκτήματα που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες για να προκαλέσουν τα νοήματα το χώρου και του χρόνου. Εκτός από την κατάληψη του ψηφιακού χώρου και ενός μικρού μέρους του Giardini, το Αυστραλιανό περίπτερο κατάληξε να εκτείνεται μέσω 23 ψηφιακών εγκαταστάσεων σε διάφορες περιοχές της Βενετίας  καθιστώντας έτσι τη μεγαλύτερη έκθεση του είδους της. Χωρίς να υπάγεται στα πλαίσια του τεχνολογικού ντετερμινισμού, η Αυστραλιανή καινοτομία άνοιξε νέους χώρους ευκαιριών στον τομέα της αρχιτεκτονικής προκαλώντας για ακόμα μια φορά την αναγκαιότητα για μόνιμα εθνικά περίπτερα.

Το κινεζικό περίπτερο στην Arsenale «Βουνά πέρα από τα βουνά» (Mountains Beyond Mountains), επιμελούμενο απο τον Jiang Jun σε συνεργασία με διάφορες διακεκριμένες ομάδες αρχιτεκτονικής, σχεδιασμού και έρευνας, παρουσιάζει μια διαφορετική προσέγγιση στις δοθείσες οδηγίες. Στην απόπειρά του να απαντήσει και στα δύο θέματα (Θεμέλια και Απορροφώντας την Νεωτερικότητα) υιοθετεί μια πιο φιλοσοφική προσέγγιση συγκρινόμενο με την πλειοψηφία των εθνικών περιπτέρων. Ανατρέχοντας στον χρόνο και χρησιμοποιώντας αντιπροσωπευτικά δείγματα κινεζικής αρχιτεκτονικής των τελευταίων 100 χρόνων, χρησιμοποιεί το προτεινόμενο κεντρικό θέμα των Θεμελίων για να εκφράσει τον ανατολίτικο τρόπο αρχιτεκτονικής σκέψης, όπως αυτός εδράζεται στην παραδοσιακή φιλοσοφία.

Ειδικότερα, το «Βουνά πέρα από τα βουνά» βασίζεται πάνω σε μία παραδοσιακή κινεζική εικόνα που λειτουργεί ως μεταφορικό τοπίο μιας υποθετικής ομάδας πολλαπλών, παράλληλων κόσμων και που στοχεύει στο να προκαλέσει τις ιδέες της ύπαρξης ενός μοναδικού σύμπαντος, της αλήθειας και της ύπαρξης γενικότερα. Ανεξάρτητα το πόσο ψηλό είναι το βουνό που θα αναρριχηθείς, θα υπάρχει πάντα ένα ψηλότερο βουνό. Ανεξάρτητα από το πόσα πολλά μπορείς να δεις όταν κοιτάζεις ψηλά στον ουρανό, θα υπάρχει ένας άλλος ουρανός παραπέρα. Επί της ουσίας, αυτή η σοφία λειτουργεί ως μια ταπεινή υπενθύμιση της ευθραυστότητας των υποκειμενικών μας συστημάτων ιδεών και της κοινωνικά κατασκευαζόμενης πραγματικότητας.

Ο χώρος του περιπτέρου έχει κατασκευαστεί γύρω από το δυσδιάστατο μοντέλο Βλάστηση – Ανάπτυξη – Περιορισμός – Επιφύλαξη  (Sprout – Growth – Restraint – Reservation). Σε αρχιτεκτονικούς όρους αυτό μεταφράζεται σε τέσσερα ειδικά συστήματα Προκατασκευής – Κατασκευής – Σχεδιασμού και Τοπίου (Σπίτι – Πόλη – Κράτος – Φύση). Εσωτερικά το περίπτερο αποτελείται από δύο αλληλεπιδρώντες κεντρικούς χώρους: την αυλή και τον οίκο. Έτσι,  στοχεύει στο να «διασπάσει τη διχοτομία του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου με το να εισάγει τον οίκο στην αυλή και την αυλή στον οίκο».

Για την υλοποίηση της έκθεσης ανατέθηκε στον καλλιτέχνη Zhang Jian η δημιουργία μια σειράς έργων τοπίου τα οποία αμφιρρέπουν μεταξύ ζωγραφιάς και εικονογραφίας. Η ιεραρχική δομή ή το «μεταβολικό σύμπλεγμα» εισάγεται στη χωρικότητα του περιπτέρου ώστε να «πολλαπλασιάσει τα αυλικά-σπίτια και να δημιουργήσει μικρο-κέντρα όπου και το περιεχόμενο αλλά και οι επισκέπτες θα μπορούν να ομαδοποιούνται συναρτήσει τυπολογιών και ενδιαφερόντων». Κατά αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένα οπτικά ελκυστικό περιβάλλον το οποίο υποστηρίζει την ελεύθερη διερεύνηση και την κοινωνική διάδραση. Ενημερωτικό υλικό παρουσιαζόμενο σε διαφορετικές μορφές (πλάνα, βιβλιαράκια, φάκελοι, καρτ ποστάλ, αυτοκόλλητα κ.λπ.) ενθαρρύνει τον επισκέπτη να διαλέξει  και να συνθέσει το δικό του ταξίδι στην ιστορία της κινεζικής αρχιτεκτονικής.

Βραβευμένο με Ειδική Αναφορά από την επιτροπή, και ενδεχομένως όχι τόσο φαντασμαγορικό όσο το περίπτερο της Κορέας που βραβεύθηκε με τον Χρυσό Λέοντα, ή τόσο αμφιλεγόμενο όσο το περίπτερο της Χιλής (Ασημένιο Λέοντα), το περίπτερο του Καναδά «Αρκτικές Προσαρμογές: Νουβανούτ στο 15» (Arctic Adaptations: Nunavut at 15), διακρίνεται τόσο για την κομψότητά του όσο και για τη φρεσκάδα του. Θα το χαρακτηρίζαμε ως ένα «ζεστό» περίπτερο το οποίο επιμελήθηκε η ομάδα του πειραματικού σχεδιασμού Lateral Office, και που συνειδητά επέλεξε να αποστασιοποιηθεί από μεγαλεπήβολες κινήσεις έτσι ώστε να προσφέρει την αίσθηση της τάξης και της συνεκτικότητας  που απουσιάζει από την πλειοψηφία των περιπτέρων.

Η ομάδα του Lateral Office απέρριψε την ιδέας μιας Architectura Universalis με το να κάνει αναφορές στις ειδικές γεωγραφικές και περιβαλλοντικές συνθήκες του Νουβανούτ – την μεγαλύτερη, βορειότερη και πιο αραιοκατοικημένη περιοχή του Καναδά που προσχώρησε σε αυτόν μόλις πριν 15 χρόνια. Πρόκειται για ένα μέρος περιορισμένης ηλιοφάνειας και αρκτικών θερμοκρασιών, όπου κατοικείται από κοινότητες των Ινουίτ που ιστορικά έζησαν σε ιγκλού με ημι-νομαδικό τρόπο ζωής. Η έκθεση των Αρκτικών Προσαρμογών διερευνά «την μετάβαση από τα ιγκλού στο Ίντερνετ»  στο Νουβανούτ και κατά πόσο η αρχιτεκτονική μπορεί να συντελέσει ώστε να μετατρέψει αυτούς τους αρκτικούς οικισμούς σε μοντέρνες πόλεις κατά ένα τρόπο συνεχούς «προσαρμογής και ανθεκτικότητας» χωρίς να θυσιαστεί η ειδική τοπική ταυτότητα. Η φαντασιακή αποικιοποίηση αυτών των «νέων» περιοχών από μια «μοντερνοποιημένη» αρχιτεκτονική μέσω εμπορικών συναλλαγών, στρατιωτικών υποδομών, ερευνητικών σταθμών και μικρών οικισμών, εξέθεσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά τους οξείς περιορισμούς ενός «μοντέρνου» πλαισίου το οποίο χάνει το νόημά του όταν συγκρούεται με τα ειδικά χαρακτηριστικά μιας τοπικής κουλτούρας.

Εκτός από την επιτυχημένη επιλογή του θέματος, οι διοργανωτές επιτυχώς κατάφεραν να αποδώσουν αυτές τις ιδέες δια μέσω ενός καινοτόμου τρόπου παρουσίασης αυτών των πληροφοριών, αποτελούμενο από ανάγλυφα σαπούνια, τοπογραφικά μοντέλα, φωτογραφίες μεγάλων διαστάσεων και διαδραστικές μακέτες. Οι πληροφορίες αυτές, όπως χαρακτηριστικά επισήμαναν οι επιμελητές της έκθεσης, ενέχουν κινούμενα σχέδια που προβάλλουν «ένα όραμα 15 ετών για να θέσουν τις σύγχρονες προκλήσεις για υψηλού επιπέδου πρόσβαση στην στέγαση, υγεία , εκπαίδευση, τέχνες και αναψυχή».

Η απόφαση να αντιπαραβάλλουν την νεωτερικότητα με ένα φανταστικό μέλλον καθιστά το περίπτερο πρωτότυπο καθώς οι επιμελητές προτείνουν να δούμε τη δική τους οπτική της νεωτερικότητας ως ένα παγκόσμιο ομογενοποιητικό ρεύμα το οποίο έχει τη δυνητικότητα να προσαρμοστεί στις ειδικές περιβαλλοντικές συνθήκες και να απορροφήσει τις τοπικές παραδόσεις. Συνολικά το περίπτερο επιτυχώς μεταδίδει μια σύγχρονη αίσθηση μέσα σε ένα παγκόσμιο περιβάλλον όπου η αρχιτεκτονική φαίνεται να παραμένει χαμένη μέσα στην εσωτερική της διερεύνηση.

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ

Οι τοπικές αρχές της πόλης της Μόσχας άδραξαν την ευκαιρία να παρουσιάσουν το (σήμα κατατεθέν) πρότζεκτ  τους  στο κέντρο της πόλης, στο ‘Zaryadye Park’, ώστε να δείξουν και στον υπόλοιπο κόσμο την στροφή τους σε βιώσιμες πολιτικές. Ο Charles Renfro, επικεφαλής της κοινοπραξίας Zaryadye Park, σε συνεργασία με το σχεδιαστικό γραφείο της Νέας Υόρκης Diller & Scofidio οραματίστηκαν το νέο πάρκο να μετατραπεί σε κοινωνικό και οικονομικό καταλύτη στο κέντρο της πόλης: σε ένα χώρο που να διακατέχεται από δημοκρατικό πνεύμα το οποίο είναι ανοιχτό σε ιδέες και δραστηριότητες. Οι σχεδιαστές ανέτρεψαν το παραδοσιακό ρωσικό σχεδιασμό των δημοσίων χώρων, το οποίο διέπεται από ένα «σκληρό και πυκνό» αστικό χαρακτήρα, σε ένα πιο οργανικά υβριδικό χώρο όπου το πάρκο και η πόλη συνενώνονται και όπου οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν τις δικές τους εμπειρίες αντί να ακολουθούν τους άκαμπτους κανόνες της μονουμενταλιστικής  αρχιτεκτονικής του παρελθόντος.

Το περίπτερο είναι εσωτερικά διαρρυθμισμένο αναγνωρίζοντας και  το προτεινόμενο από τον Koolhaas θέμα αλλά και την ιδεολογική μεταστροφή των επιμελητών του μοσχοβίτικου περιπτέρου. Κατά την εισαγωγή μας σε ένα στενό και σκοτεινό διάδρομο μπορούμε να κάνουμε μια αναδρομή στην αρχιτεκτονική παράδοση της Μόσχας των τελευταίων 100 χρόνων, όπως αυτό προβάλλεται στο ταβάνι και αντικατοπτρίζεται στο πάτωμα. Αντικατοπτρισμοί μιας Σταλινικής αρχιτεκτονικής συντηρητικής αστικοποίησης όπου οι πράσινοι κοινόχρηστοι χώροι εσωκλείονται μέσα στις άκαμπτες κατασκευές, όπως τα μονουμενταλιστικά κτίρια ή τα τεράστια συμπλέγματα κτιρίων και διαμερισμάτων. Στο τέλος του διαδρόμου στρίβουμε σε ένα απροσδόκητο περιβάλλον όπου ο χώρος  ξαφνικά εκτείνεται, τα όρια γίνονται απαλά και οργανικά ενώ τα όρια μεταξύ του πατώματος και των τοιχών  θολώνουν. Στην μικρή αυλή απολαμβάνουμε τα έπιπλα εξωτερικού χώρου που σχεδιάστηκαν από τους Diller & Scofidio + Renfro: πλακάκια δαπέδου τα οποία μετατρέπονται σε παγκάκια ή οριζόντιες πολυχρηστικές επιφάνειες.

Επί του συνόλου, οι παρουσιάσεις των εθνικών περιπτέρων αποκαλύπτουν πως οι διαφορετικοί υλικοί πολιτισμοί και πολιτικά περιβάλλοντα έχουν μετατρέψει την γενική νεωτερικότητα σε ειδική, η οποία χαρακτηρίζεται από την έλλειψη παραλλήλων (μεταξύ των συντεταγμένων του χώρου και του χρόνου). Στην πραγματικότητα, οι συμμετέχουσες χώρες δείχνουν ένα ριζοσπαστικό κατακερματισμό των νεωτερικοτήτων και θέτουν με τον δικό τους τρόπο το αίτημα για την επιστροφή στα θεμέλια, σε έναν αιώνα όπου οι ομογενοποιητικές διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης φαντάζουν επικυρίαρχες.

 

Η Βασιλική Τζανάκου είναι επιμελήτρια εκθέσεων, πολιτική επιστήμων και μέλος της Διεθνούς Ένωσης Μπιενάλε με βάση το Λονδίνο.

Ο Israel H. Cola είναι αρχιτέκτονας και συγγραφέας με βάση το Λονδίνο.