Επτά θανάσιμα «καλλιτεχνικά» αμαρτήματα | ΟΛΥΜΠΙΑ ΤΣΑΚΙΡΙΔΟΥ

english


Left: Vito Acconci, Seedbed, 1974 (Courtesy of the Sonnabend Gallery N.Y) | Right: Ron Mueck, Big Man, 2000

Η πρόσφατη απόφαση του Βατικανού για τον «εκσυγχρονισμό» των παραδοσιακών επτά θανάσιμων αμαρτημάτων, ώστε αυτά να ανταποκρίνονται στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα και να συλλαμβάνουν την ουσία της σύγχρονης ηθικής, προκάλεσε την επιστροφή της αμαρτίας στη συζήτηση περί πολιτισμού.

Όσο κι αν τεκμηριώνουμε την αυξανόμενη παρουσία της αμαρτίας στη συνείδησή μας, παραμένει, ωστόσο, γεγονός ότι οποιαδήποτε συζήτηση περί αμαρτίας οδηγεί, εντός λεπτών, αν όχι δευτερολέπτων, σε μια συζήτηση για τα αίτιά της, το σκεπτικό πίσω απ’ αυτήν, τη φύση των μηχανισμών της, ακόμη και τις πιθανές της χρήσεις.

Ερωτήματα όπως: «Τι είναι αμαρτία; Ποιος εσωτερικός ή εξωτερικός κώδικας την καθορίζει; Υπάρχει κλίμακα για τη μέτρησή της;» προβληματίζουν εδώ και αιώνες την ανθρώπινη φύση, καταλήγοντας να διαμορφώνουν την «Ηθική» της εκάστοτε εποχής.

Ταξιδεύοντας στο μακρινό παρελθόν συναντούμε τη ρήση του μαντείου των Δελφών: «Αυτογνωσία σημαίνει γνώση του θείου και γνώση του θείου σημαίνει (επί)γνώση της αμαρτίας». Βλέπουμε λοιπόν πως η επίγνωση και παραδοχή της αμαρτίας σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό πνεύμα αποτελούσε -ίσως- το μοναδικό δρόμο για την πολυπόθητη αυτογνωσία.

Αρκετούς αιώνες αργότερα, υπό τη σκέπη του νεοϊδρυθέντος χριστιανικού δόγματος, η αμαρτία αποκτά τη σημασία της αστοχίας: αμαρτάνω σημαίνει αστοχώ, αποτυγχάνω να ακολουθήσω το δρόμο του Θεού. Η προσπάθεια προσδιορισμού των αμαρτιών είχε αρχίσει ήδη από τον 1ο μεταχριστιανικό αιώνα, οπότε και εμφανίζονται κάποιοι πρώιμοι κατάλογοι ανομημάτων, οδοδείκτες για μια ενάρετη ζωή. Ωστόσο, η επίσημη λίστα με τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα ορίστηκε τον 6ομ.χ. αιώνα από τον Γρηγόριο τον Μέγα και περιελάμβανε τα εξής αμαρτήματα : λαγνεία, λαιμαργία, απληστία, οκνηρία, οργή, ζήλεια και αλαζονεία. Η λίστα αυτή συνιστούσε για πολλά χρόνια το ηθικό μέτρο, σύμφωνα με το οποίο αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι τα λάθη τους και αξιολογούσαν την ηθική τους συμπεριφορά.

Επόμενη αναφορά στα επτά θανάσιμα αμαρτήματα γίνεται κατά τον Ύστερο Μεσαίωνα, όταν ο Dante Alighieri (1265-1321) στη «Θεία Κωμωδία», όρισε τα επτά αμαρτήματα ως αδικήματα σε βάρος της αγάπης ταξινομώντας τα σε τρεις κατηγορίες:

«Διεφθαρμένη αγάπη: αλαζονεία, φθόνος, οργή/Ανεπαρκής αγάπη: οκνηρία/Υπερβολική αγάπη για εγκόσμια αγαθά: απληστία, λαιμαργία, λαγνεία»

Στους αιώνες που ακολούθησαν, με την Αναγέννηση και αργότερα τη Βιομηχανική Επανάσταση και τον Ορθολογισμό του 18ου αιώνα, η λογική επικράτησε της λαϊκή φαντασίας και της δεισιδαιμονίας, αναθεωρώντας τις προσδοκίες του ανθρώπου για την επουράνια ζωή και δημιουργώντας μια κουλτούρα θανάτου, που αποδίδει την πρώτιστη σημασία στον παρόντα κόσμο, τον σίγουρο, και όχι στον πιθανολογούμενο «άλλο».

Στο σύγχρονο κόσμο μας, η ιδέα των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων έχει σχεδόν εκτοπιστεί ως υπόλειμμα απαρχαιωμένων θεολογικών και φιλοσοφικών παραδόσεων, κάνοντας τους δαίμονες αυτούς να μην αντιμετωπίζονται μονάχα σαν πληγές αθεράπευτες, αλλά και σαν κινητήριες δυνάμεις της ζωής αλλά και της τέχνης…


Left: Dinos & Jake Chapman, Hell, 2000 (Courtesy of the White Cube Gallery) | Right: Fabien Verscaere, Last Dinner, 2007 (Courtesy of the artist)

Στο παρόν κείμενο επιχειρείται μια φανταστική συνομιλία των επτά θανάσιμων αμαρτημάτων με επτά παραδείγματα σύγχρονης τέχνης.

Από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, η λαιμαργία έχει ίσως την πιο παράξενη και παράδοξη ιστορία. Ιστορία που καθορίσθηκε από τις μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες και πολιτισμικές εμμονές[1]. Έτσι, ενώ από τις αρχές του Μεσαίωνα μέχρι την πρώιμη Αναγέννηση, η χριστιανική συνείδηση καταδίκαζε τη λαιμαργία ως μια μορφή ειδωλολατρίας, επιτάσσοντας την ασκητική διαβίωση, μετά την αναγέννηση και την άνοδο της αστικής τάξης η λαιμαργία από στίγμα έγινε καύχημα και σύμβολο ευημερίας. Ακόμη και σήμερα η απληστία αποτελεί μια σταθερά στην πορεία του δυτικού πολιτισμού, νομιμοποιώντας και συμβολίζοντας θα λέγαμε το ακόρεστο του ανθρώπινου ψυχισμού.

Σαφή κριτική απέναντι σε αυτό το φαινόμενο άσκησε ο Paul McCarthy με την performance «Hot Dog»(1974), που πραγματοποιήθηκε στο υπόγειο του εργαστηρίου του, παρουσία λίγων θεατών. Ο καλλιτέχνης ξεγυμνώνεται μπροστά στο κοινό του και ξυρίζει το σώμα του. Τοποθετεί το πέος του μέσα σε ένα ψωμάκι για χοτ ντογκ και το σταθεροποιεί με έναν επίδεσμο. Έπειτα αλείφει τα οπίσθιά του με μουστάρδα, πλησιάζει το τραπέζι, πίνει με βουλιμία κέτσαπ από ένα μπουκάλι και γεμίζει το στόμα του με χοτ ντογκς. Στη συνέχεια δένει το γεμάτο στόμα του με έναν επίδεσμο σχηματίζοντας ένα είδος μουσούδας… Κάθεται προσπαθώντας να μην κάνει εμετό. Είναι προφανές πως πρέπει να κάνει εμετό, για να ελευθερωθεί.. όμως στην προκειμένη περίπτωση, κάτι τέτοιο θα μπορούσε και να τον πνίξει[2].

«Στις ψυχές των ανθρώπων, τα σταφύλια της οργής μεγαλώνουν και όλο και βαραίνουν…»[3].
Την αυτοβιογραφική εμπειρία της γυναικείας οργής καταθέτει στα έργα της η Nancie Fried. Έπειτα από την ολική μαστεκτομή της, η καλλιτέχνης δημιούργησε μια σειρά γλυπτών από τερακότα, που κατέγραψαν τις αντιδράσεις της. Στο «Exposed Anger»(1988), μέσα από το στέρνο ενός γυναικείου torso, ξεπηδά το αγριεμένο πρόσωπο μιας μορφής, που ουρλιάζει γεμάτη οργή για ό,τι συνέβη.

Στα πλαίσια της σεξουαλικοποίησης του καταναλωτικού πολιτισμού το αμάρτημα της λαγνείας έχει, θα λέγαμε, σχεδόν εκλείψει από τη ζωή μας. Ωστόσο, παρά τη φαινομενική ελευθεριότητα των ηθών βλέπει κανείς πως το σώμα και η σεξουαλικότητα εξακολουθούν ακόμα να αντιμετωπίζονται από πολλούς με ενοχή και συγκαλυμμένη αμηχανία.

Τα όρια της σεξουαλικότητας στο πλαίσιο της δημόσιας σφαίρας εξέταζε στις performances του ο Vito Acconci από τις αρχές της δεκαετίας του 70. Στην performance «Seedbed»(1972) o Acconci, κρυμμένος κάτω από μια χαμηλή ξύλινη ράμπα, προσαρμοσμένη στο δάπεδο της Sonnabend Gallery στη Νέα Υόρκη, αυνανιζόταν ακούγοντας τα βήματα των επισκεπτών. Οι επισκέπτες μπορούσαν να ακούσουν τις φαντασιώσεις που προκαλούσε η παρουσία τους στον κρυμμένο καλλιτέχνη. «Βρίσκεσαι στα δεξιά μου …απομακρύνεσαι, αλλά εγώ κολλάω το σώμα μου στο δικό σου, στη γωνία… σκύβεις το κεφάλι σου… είσαι μπροστά μου… Κυλιέμαι σε όλο το μήκος του δαπέδου… Πρέπει να συνεχίσω όλη μέρα, για να γεμίσω το δάπεδο με σπέρμα… Εσύ μπορείς να με βοηθήσεις»[4].

Στο έργο του Acconci μια προσωπική, ιδιωτική στιγμή γίνεται δημόσια δήλωση και πράξη. Η ερωτική επιθυμία, παραδοσιακά συνδεδεμένη με τα βαθύτερα ένστικτα και τις κρυφές επιθυμίες, εσκεμμένα λαμβάνει το χαρακτήρα δημόσιας «εμπορικής» συναλλαγής.

«Ο φθόνος μπορεί να είναι το πιο διαδεδομένο από τα επτά αμάρτημα, μια και διεισδύει τόσο ύπουλα στα άλλα έξι..»[5].

Ο φθόνος αποτελεί ένα οικουμενικό συναίσθημα ,τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Ο Νίτσε για παράδειγμα θεωρούσε ότι η Γαλλική Επανάσταση, καθώς και οι μεταγενέστερες επαναστάσεις , πυροδοτήθηκαν από την ορμή του φθόνου.

Το φαινόμενο του συλλογικού φθόνου, της οικουμενικής μισαλλοδοξίας αποτυπώνουν στο έργο τους «Hell»(2000) τα αδέρφια Dinos και Jake Chapman. Το έργο αποτελείται από εννιά βιτρίνες τοποθετημένες σε σχήμα αγκυλωτού σταυρού (κατ’ εντολή του μεγαλοσυλλέκτη Saatchi που αγόρασε το έργο).Μέσα στις βιτρίνες 5.000 στρατιωτάκια ύψους 2.5 εκατοστών επιδίδονται σε αποκεφαλισμούς, ακρωτηριασμούς, κανιβαλισμούς, απαγχονισμούς, βιασμούς και άλλες βιαιότητες. Το έργο , ασκώντας ωμή κριτική στον παραλογισμό του πολέμου, εκφράζει παράλληλα την προσπάθεια να δαμάσει ,αν όχι να ξεπεράσει, την πραγματικότητα που αναπαριστά.

Το αμάρτημα της οκνηρίας, της οικειοθελούς παραίτησης από τη δράση της ζωής, θεωρείται στις μέρες μας περισσότερο σαν μια ψυχική αναγκαιότητα του ανθρώπου απέναντι στους φρενήρεις ρυθμούς της καθημερινότητας, παρά σαν μια σωματική επιλογή. Έμβλημα αυτής της σύγχρονης παθογένειας θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον «Big Man»(2000) του Ron Mueck. Στο μεγάλο υπερρεαλιστικό γλυπτό του, παρουσιάζεται έναν τεράστιος, γυμνός άντρας, να κάθεται σε μια γωνία, αντιμετωπίζοντας τον κόσμο με μελαγχολική δυσαρέσκεια . Αν ο συσχετισμός της έννοιας με το επιλεγμένο έργο δεν έγινε σαφής, αξίζει να σημειωθεί πως ο εναλλακτικός όρος για το αμάρτημα της οκνηρίας ήταν η λεγόμενη «ακηδία», δηλαδή η αίσθηση της λύπης που κυριεύει τον άνθρωπο κάνοντας τον απρόθυμο, αμελή και αδιάφορο.

Στη λίστα του Γρηγορίου Α’ η αλαζονεία ή αλλιώς η έπαρση και η ύβρις, κατείχε εξέχουσα θέση ανάμεσα στα αμαρτήματα, καθώς ήταν αυτή που ακύρωνε τις αρετές της ανδρείας, της εγκράτειας και της σοφίας, που αντιστήριζαν την τάξη και καθιστούσαν εφικτή την ενάρετη ζωή. Στο σύγχρονο κόσμο η αλαζονεία έγινε πια σύμφυτη της ανθρώπινης φύσης, εκτραχύνοντας τις διαπροσωπικές σχέσεις και διαταράσσοντας τις κοινωνικές ισορροπίες.

Στο ιδεολογικά φορτισμένο έργο του ο Fabien Verscaere, ξετυλίγει την προσωπική του μυθολογία που στόχο έχει να καυτηριάσει την ανθρώπινη κατάσταση. Στα πλαίσια της ατομικής του έκθεσης με τίτλο Apokalypse Please ο Verschaere παρουσίασε την εγκατάσταση «Last Dinner»(2007), μια σύγχρονη εκδοχή του Μυστικού Δείπνου. Γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι κάθονται 13 σχεδόν πανομοιότυπες μορφές, που παραπέμπουν σε θρησκευτικές και πολιτικές φυσιογνωμίες. Στα επιδεικτικά σοβαρά πρόσωπα τους, αποτυπώνεται η επίπλαστη επισημότητα και η αλαζονική υπεροχή της εξουσίας.

Η απληστία είναι ίσως από όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα εκείνο που, στην ιστορία του πολιτισμού, συναντά την πιο καθολική αναγνώριση και καταδίκη. Η δομή της απληστίας ως ακόρεστης επιθυμίας και ατέρμονης αναζήτησης αποτελεί μια σταθερά στην πορεία του δυτικού πολιτισμού εδραιώνοντας τη λεγόμενη κοινωνία της κατανάλωσης. Στα πλαίσια αυτής της κοινωνίας ο άνθρωπος νιώθει πως μπορεί να θυσιάσει τα πάντα στο βωμό της απόλαυσης. Πτυχή αυτού του φαινομένου εξετάζει ο Mark Dion, θέτοντας συχνά ως θέμα της εικαστικής του δημιουργίας τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Σύγχρονα περιβαλλοντολογικά προβλήματα αποκτούν μέσα από το έργο του το χαρακτήρα διαμαρτυρίας και κοινωνικού καλέσματος.

Στο «Flotsam and Jetsam»(1994) ο καλλιτέχνης μεταφέρει στο χώρο της gallery το περιβάλλον μια παραλίας, στην οποία μια παρατημένη βάρκα, κάποια πεταμένα δίχτυα και ένας σωρός από απορρίμματα συνθέτουν την εικόνα ενός βιασμένου θαλάσσιου οικοσυστήματος.

Στο συγκεκριμένο έργο, πρόθεση του καλλιτέχνη είναι να σχολιάσει την απροθυμία των ανθρώπων να σκεφτούν και να δράσουν ουσιαστικά απέναντι στα προβλήματα που απειλούν περισσότερο από ποτέ την ίδια μας τους την επιβίωση.


Mark Dion, Flotsam and Jetsam, 1994 (Courtesy of De Vleeshal Gallery)

[1] Prose Francine, Τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, Λαιμαργία, Αθήνα 2006, σ.13.

[2]Paul McCarthy, Contemporary Artists- Phaidon, Λονδίνο 1996, σ.43.

[3]John Steinbeck, Tα σταφύλια της οργής, Αθήνα 2006, σ. 17.

[4]Vito Acconci, Contemporary Artists- Phaidon, Λονδίνο 2002, σ.41.

[5] Epstein Joseph, Τα Επτά Θανάσιμα Αμαρτήματα, Φθόνος, Αθήνα 2003, σ.17.