Οδοιπορικό στην 55η Μπιενάλε της Βενετίας | ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΖΑΝΑΚΟΥ

english

Η 55η καλλιτεχνική Μπιενάλε της Βενετίας άνοιξε τις πύλες την 1η  Ιουνίου, και για όσους δεν πρόλαβαν να την επισκεφτούν τους καλοκαιρινούς μήνες, θα παραμείνει ανοιχτή για το  κοινό μέχρι τις 24 Νοεμβρίου 2013.

Όποιος έχει βρεθεί στη Βενετία κατά τη διάρκεια της Μπιενάλε, γνωρίζει καλά πως θα πρέπει να διανύσει πολλά χιλιόμετρα στα πλακόστρωτα σοκκάκια  της για να επισκεφτεί όλα τα εθνικά περίπτερα, τις παράλληλες εκθέσεις και τα αναρίθμητα πολιτιστικά δρώμενα που λαμβάνουν χώρα στην πόλη των Δόγηδων· από το Giardini στην Arsenale, στα διάσπαρτα κτήρια της πόλης και τα νησιά που φιλοξενούν εικαστικές εκθέσεις, και ξανά πάλι.

Κατ’ εξοχήν εθνοκεντρική, η  δομή της Μπιενάλε θα μπορούσε να παρομοιαστεί με τη θεωρία του παγκόσμιου συστήματος του κοινωνικού επιστήμονα Immanuel Wallerstein. Η παρομοίωση δεν είναι τυχαία καθώς η Μπιενάλε αποτελεί μια μικρογραφία του πλανήτη μας και των πολιτικών του ισορροπιών. Σε μια πυρηνική δομή, οι πλούσιες χώρες βρίσκονται στο κέντρο της πόλης ενώ οι φτωχότερες είναι απομακρυσμένες ή ακόμα και εξοβελισμένες στα μικρότερα νησιά της λαγκούνα, όπου οι τιμές ενοικίασης των κτηρίων είναι πολύ οικονομικότερες. Η φετινή έκθεση  αποτελείται από 88 εθνικές αποστολές και για πρώτη φορά στην ιστορία του θεσμού συμμετέχουν οι:  Ανγκόλα, Μπαχάμες, Βασίλειο του Μπαχρέϊν, Ακτή του Ελεφαντοστού,  Δημοκρατία του Κοσόβου,  Κουβέιτ,  Μαλδίβες, Παραγουάη, Τουβαλού, και Αγία Έδρα (Βατικανό).

Είναι γνωστό τοις πάσι πως οι καλλιτεχνικές δραστηριότητες δεν λαμβάνουν χώρα εν κενώ. Η καλλιτεχνική δημιουργία απαντά σε συγκεκριμένα κοινωνικοπολιτικά ερεθίσματα και με τη σειρά της πυροδοτεί συζητήσεις και δημιουργεί νέους ερμηνευτικούς χώρους. Σε εποχές κρίσης η διαλεκτική αυτή λαμβάνει νέες και πιο επιτακτικές μορφές, καθώς οι καλλιτεχνικές πρακτικές εκφράζουν και μετουσιώνουν τις αγωνίες, τη ματαίωση, ακόμα και την οργή των κοινωνικών υποκειμένων, δίνοντας έναυσμα πρόσφορης συζήτησης και αναστοχασμού. Η Μπιενάλε της Βενετίας δεν αποτελεί εξαίρεση του κανόνα.  Άλλωστε, από τη δεκαετία του ’60 και ύστερα δεν αρνήθηκε τον πολιτικό της χαρακτήρα.

Ο γαλλο-γερμανικός άξονας, γιορτάζοντας την 50η επέτειο της Συνθήκης Φιλίας των Ηλυσίων που σύναψε ο Charles de Gaulle με τον Adenauer, και προφανώς έχοντας την εξουσιαστική δύναμη να πραγματεύεται εθνικισμούς, προχώρησε σε μια κίνηση πολλαπλών συμβολισμών ˙ την ανταλλαγή των εθνικών τους περιπτέρων. Όπως δήλωσε η επιμελήτρια του περιπτέρου της Γερμανίας Susanne Gaensheimer «οι εκθέσεις των δύο περιπτέρων προσφέρουν μια εναλλακτική αφήγηση στην εθνοκεντρική προσέγγιση της Μπιενάλε». Η επιμελήτρια της Γαλλίας Christine Macel προσέθεσε πως το εγχείρημα, «υπό την μορφή κοινωνικών αφηγήσεων, έχει στόχο να  τονίσει τον πολυεθνικό και υπερεθνικό χαρακτήρα της καλλιτεχνικής έκφρασης».

Ειδικότερα, η Γαλλία με το γαλλο-αλβανό καλλιτέχνη Anri Sala παρουσιάζει μια εγκατάσταση ηχητικών ηχογραφήσεων και βίντεο ενός κονσέρτου πιάνου για το αριστερό χέρι, του Γάλλου συνθέτη Maurice Ravel. Η έκθεση ονομάζεται Ravel Unravel και αποτελεί ένα γλωσσικό παιχνίδι του αγγλικού ρήματος «to rave» που σημαίνει παραληρώ και του ονόματος του διάσημου συνθέτη. Με αυτήν της την επιλογή η Γαλλία περιορίζεται στην καλλιτεχνική πρακτική και έκφραση χωρίς να προβαίνει σε περαιτέρω πράξεις πολιτικού συμβολισμού. Εν αντιθέσει, για τη Γερμανία η ανταλλαγή περιπτέρων δεν ήταν αρκετή. Καλλιτέχνες από τέσσερις διαφορετικές χώρες κλήθηκαν να παρουσιάσουν τη δουλειά τους. Η επιλογή της εθνικότητας των καλλιτεχνών προβληματίζει βαθύτατα, εάν λάβουμε υπόψη πως οι προσκεκλημένοι καλλιτέχνες είναι:  ο γαλλο-ιρανός κινηματογραφιστής Romuald Karmakar, ο νότιο-αφρικανός φωτογράφος Santu Mofokeng, η ινδή φωτογράφος Dayanita Singh και ο αντιφρονών κινέζος καλλιτέχνης Ai Weiwei. Η επιλογή αυτή δημιουργεί την εντύπωση πως η Γερμανία διέπεται από ενοχικό σύνδρομο για τις αποικιοκρατικές πολιτικές του 17ου– 20ου αιώνα της ίδιας αλλά και της Γαλλίας και θέτει κατά συνέπεια ερωτήματα για τις νέο-αποικιακές καπιταλιστικές πολιτικές του 21ου αιώνα. Οι κριτικές και τα σχόλια κατά τη διάρκεια των εγκαινίων της Μπιενάλε διχάστηκαν καθώς ένα μεγάλο μέρος του κοινού ερμήνευσε τη στάση αυτή ως πολιτική αναγνώριση των κακώς κειμένων του παρελθόντος, ενώ άλλοι σχολίαζαν πως η Γερμανία θα φαινόταν πιο ειλικρινής, εάν συμπεριλάμβανε στη λίστα των καλλιτεχνών της εκπροσώπους του ευρωπαϊκού νότου, όπως της Ελλάδας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ιταλίας και  της Κύπρου.

Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως ο Ai Weiwei δεν μπόρεσε να παραβρεθεί αυτοπροσώπως στη Βενετία καθώς οι κινεζικές αρχές του αρνήθηκαν την έκδοση βίζας. Το γεγονός αυτό δεν παρεμπόδισε τον καλλιτέχνη να συμμετάσχει στην Μπιενάλε με άλλες δυο ατομικές εκθέσεις, και δράττοντας για ακόμα μια φορά την ευκαιρία να καταδείξει την πολιτική του διαμάχη με την κυβέρνηση της Κίνας. Με την υπερρεαλιστική του εγκατάσταση στην εκκλησία του Αγίου Αντωνίου, τιτλοφορούμενη ΙΕΡΟ (SACRED), ο Weiwei  αναπαριστά την υπό στενή επίβλεψη καθημερινότητα του κατά την περίοδο της φυλάκισής του (81 ημέρες) το 2011 στις κινεζικές φυλακές. Την έκθεση επισκέφθηκε και η 80χρονη μητέρα του καλλιτέχνη, η οποία για πρώτη φορά είδε το πως ζούσε ο γιος της στη φυλακή. Και πάλι, μερίδα των επισκεπτών εκθείασε τον πολιτικό ακτιβισμό του Weiwei ενώ άλλοι κατέκριναν τον καλλιτέχνη για χειραγώγηση και εμπορευματοποίηση ιδεολογιών και πολιτικών διαμαχών προς ίδιον οικονομικό όφελος.

Ο νικητής του βραβείου Turner το 2004, Jeremy Deller, εκπροσωπεί τη Μεγάλη Βρετανία με το έργο του Αγγλική Μαγεία (English Magic) που εκτείνεται σε 6 δωμάτια. Η έκθεση αναδεικνύει τα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά της βρετανικής κοινωνίας, διατηρώντας τα στοιχεία της αυτοκριτικής και του αυτοσαρκασμού αδιάβλητα. Κεντρικός ήρωας της έκθεσης είναι ένα από τα σπανιότερα πτηνά της Μεγάλης Βρετανίας, ο Βαλτόκιρκος. Ένα πτηνό του είδους πυροβολήθηκε το 2007 από τον πρίγκιπα Harry, ο οποίος ανακρίθηκε από την αστυνομία για την αποτρόπαια και παράνομη αυτή πράξη του. Τελικά, δεν ασκήθηκε δίωξη εις βάρος του απερίσκεπτου νεαρού πρίγκιπα καθώς το κουφάρι του πτηνού δε βρέθηκε ποτέ. Η ζωγραφιά στη κεντρική αίθουσα του κτιρίου απεικονίζει ένα τεράστιο Βαλτόκιρκο να παίρνει την εκδίκησή του, αρπάζοντας στα νύχια του ένα τζιπ μάρκας Range Rover. Όπως δήλωσε ο Deller, για τον ίδιο, ο Βαλτόκιρκος είναι «το θύμα του καπιταλισμού και του πλούτου». Μεταξύ των επιλογών του Deller, και το πιο ενδιαφέρον μέρος του περιπτέρου, είναι και η ανάδειξη των συνεπειών της συμμετοχής άγγλων στρατιωτών στον πόλεμο στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Εδώ ο Deller λειτουργεί κυρίως με την ιδιότητά του ως ιστορικός της τέχνης, παρά ως καλλιτέχνης. Ερευνά, συλλέγει και επιμελείται της έκθεσης. Σοκαριστικές εικόνες από τη ζωή στο πεδίο της μάχης διαδέχονται η μία την άλλη σε έναν απόλυτα ειλικρινή, αποκαλυπτικό διάλογο πόνου και φρίκης. Σχεδιασμένες από απαίδευτους ερασιτέχνες στρατιώτες, οι εικόνες είναι αδύνατο να μείνουν απαρατήρητες ή να αφήσουν ακόμα και τον πιο απαιτητικό επισκέπτη ασυγκίνητο.

Το Ιράκ με τη δεύτερη συμμετοχή του στην έκθεση αναθέτει σε 11 γηγενείς καλλιτέχνες να εκφράσουν με πολλαπλά μέσα (φωτογραφία, σκίτσο, βίντεο, ζωγραφική, γλυπτική και εγκαταστάσεις) την καθημερινή καταπίεση του καθεστώτος του Saddam Hussein στον ιρακινό και κουρδικό λαό.

Η πληγωμένη Βοσνία και Ερζεγοβίνη εμπνευσμένη από το ομώνυμο τρίπτυχο έργο του Hieronymous Bosh, προσπαθώντας να επουλώσει τα τραύματα του πολέμου, παρουσιάζει τον Κήπο των Απολαύσεων (The Garden of Delights). Στόχος του ανάδοχου του έργου και πρώην γλύπτη ταφικών πλακών, Mladen Miljanovic, όπως ο ίδιος δήλωσε, δεν είναι «να εκμεταλλευτώ το πρόσφατο τραύμα και να παρουσιάσω την αξιολύπητη πλευρά της Βοσνίας», αλλά «μέσω του έργου μου να εστιάσω στα θετικά στοιχεία της αναδόμησης της μνήμης και της συγκρότησης της συλλογικής ταυτότητας».

Με έναν ξεχασμένο από την κοινή γνώμη πόλεμο ασχολείται ο καλλιτέχνης Richard Mosse που εκπροσωπεί την Ιρλανδία. Το έργο του The Enclave, ίσως το κορυφαίο της φετινής Μπιενάλε, καταγράφει την Αφρικανική τραγωδία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Από το 1998 μέχρι σήμερα, πάνω από 5,4 εκατομμύρια άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους στα ανατολικά της χώρας. Το μακροχρόνιο κενό εξουσίας έχει συντελέσει σε έναν τρομακτικό κύκλο βίας όπου οπλισμένες ομάδες ανταρτών στήνουν ενέδρες, διαπράττουν σφαγές και συστηματικούς βιασμούς. Ο Mosse για τη λήψη των πλάνων,  σε συνεργασία με τον κινηματογραφιστή  Trevor Tweeten,  χρησιμοποίησε ένα  φιλμ 16mm που σχεδιάστηκε από το στρατό για τον εντοπισμό του καμουφλάζ. Το αποτέλεσμα είναι συγκλονιστικό. Η εμπόλεμη ζώνη της ζούγκλας μετατρέπεται σε ένα ψυχεδελικό τοπίο πορφυρών, φούξια και ιωδών αποχρώσεων. Το μαγευτικό τοπίο κρύβει καμουφλαρισμένη βία. Το άμπιεντ μουσικό υπόστρωμα του συνθέτη Ben Frost, αποτελούμενο αποκλειστικά από ηχογραφήσεις που έγιναν στην περιοχή, διεισδύει μέσα σε κάθε κύτταρο του επισκέπτη, καθιστώντας τον μέρος της εκτυλισσόμενης τραγωδίας. Τα συναισθήματα είναι ανάμεικτα, σε μια συνεχή διαμάχη. Πώς γίνεται ο τόσος βαθύς ανθρώπινος πόνος να παρουσιάζεται με τόση ομορφιά; Το έργο του Mosse, καταγράφοντας με ένα εξωγλωσσικό μέσο, δίνει φωνή σε μια ανθρωπιστική κρίση, ενώ παράλληλα προσφέρει τη δυνατότητα ενός διαφορετικού τρόπου του ‘βλέπειν’˙ αναδεικνύει  με τη δύναμη της σύγχρονης τέχνης  τις παθογένειες της εποχής μας, χωρίς να πατρονάρει ή να παρεμβαίνει .

Ο Zsolt Asztalos εκπροσωπεί την Ουγγαρία και θέτει ως  πρωταγωνιστή της έκθεσης τη βόμβα που πυροδοτήθηκε αλλά ποτέ δεν εξερράγη. Αυτή η αποτυχία μεταλλάσσει τη φύση του αντικειμένου, το οποίο μετατρέπεται σε αρχειακό υλικό που εξιστορεί τις ανθρώπινες διαμάχες. Η βίντεο-εγκατάσταση διηγείται την ιστορία του ελαττωματικού αντικειμένου, που έχει δημιουργηθεί για να καταστρέφει αλλά αποτυγχάνει του στόχου του. Σκοπός του καλλιτέχνη είναι να αναδείξει το θέμα της βίας σε προσωπικό, τοπικό, εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Η Τουρκία με 16 παράλληλες βίντεο-προβολές του Ali Kazma δηλώνει Αντίσταση (Resistance). Τα βίντεο καταγράφουν από τη δημιουργία τατουάζ ως την εγχείρηση εγκεφάλου και αποτελούν μέρος της μελέτης του Kazma για τις αντοχές του ανθρώπινου σώματος και την αντίδρασή του στις όποιες μεταλλάξεις αλλά και κοινωνικές πιέσεις. «Το σώμα βρίσκει τρόπους να δραπετεύσει όταν του ασκείται βία…», λέει ο Kazma. «…αλλά για να δεις που αντιδρά, θα πρέπει να δεις από πού του ασκείται πίεση».

Στις οικονομικές πιέσεις επικεντρώνεται το ελληνικό περίπτερο, το οποίο εκπροσωπείται από τον Στέφανο Τσιβόπουλο και το έργο του Ιστορία Μηδέν. Την έκθεση επιμελείται η Συραγώ Τσιάρα, Διευθύντρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης Θεσσαλονίκης. Το συνολικό έργο παρουσιάζει τρεις παράλληλες κινηματογραφικές ιστορίες που εκθέτουν την πολυεπίπεδη κρίση που διέπει την Ελλάδα. Η κάθε ιστορία παραθέτει τρεις ανθρώπινες εμπειρίες που σχετίζονται με διαφορετικές αντιλήψεις γύρω από την έννοια της αξίας του χρήματος και το ρόλο του στη διαμόρφωση των ανθρωπίνων σχέσεων καθώς και τις πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις της κατοχής του. Η έκθεση συνοδεύεται από ένα αρχειακό υλικό το οποίο παραθέτει πολλαπλά παραδείγματα εναλλακτικής, μη-νομισματικής συναλλαγής, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την νομισματική κατεξουσίαση.

Με το χρήμα ασχολήθηκε και η Ρωσία η οποία, αναθέτοντας την επιμέλεια του περιπτέρου της στο γερμανό Udo Kittelmann, τίμησε τη νεοσυσταθείσα ρωσο-γερμανική φιλία. Ο Kittelmann ανταπέδωσε τα εύσημα, αναθέτοντας με τη σειρά του το έργο στον ρώσο καλλιτέχνη Vadim Zakharov. Ο Zakharov, όπως και πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες μεταξύ των οποίων ο Rebrand, ο Titian και ο Tintoretto, εμπνεύστηκε από τον αρχαιοελληνικό μύθο της Δανάης, την οποία ερωτεύτηκε παράφορα ο Δίας. Ο άσβεστος πόθος του για να την κατακτήσει τον οδήγησε στο να μεταμορφωθεί σε χρυσή βροχή και να εισχωρήσει στο ατσάλινο υπόγειο στο οποίο ήταν φυλακισμένη. Γόνος του έρωτά τους ο μυθικός Περσέας. Σε ένα σύγχρονο ερμηνευτικό πλαίσιο, που παράλληλα καυτηριάζει – ίσως όχι πολύ εύστοχα – τις  διακρίσεις των δύο φύλων, βροχή χρυσών νομισμάτων πέφτει από την πυραμιδική οροφή του διώροφου κτιρίου, ακολουθώντας τη λογική της ανατομικής κατασκευής του μύθου. Στον πρώτο όροφο επιτρέπεται η πρόσβαση μόνο στους άντρες, ενώ στο ισόγειο, το οποίο έχει διαμορφωθεί σαν σπηλαιώδης μήτρας, επιτρέπονται μόνο γυναίκες. Προστατευμένες από τις ομπρέλες που κρατούν στο χέρι καλούνται να συλλέξουν τα χρυσά νομίσματα. Οι γραμμένες στον τοίχο λέξεις: λαιμαργία, κυνισμός, λαγνεία, εικασία, ληστεία, ζήλια και αποπλάνηση, λειτουργούν ως αλληγορία του ανθρώπινου πόθου, της απληστίας αλλά και της διαφθοράς που το χρήμα μπορεί να επιφέρει.

Η Κύπρος, εν μέσω οικονομικής κρίσης, σύναψε πολιτισμική συμμαχία με τη Λιθουανία. Ο τίτλος της έκθεσης Οο έχει ως στόχο να τονίσει την ασυμμετρία του χώρου και των σχέσεων. Ο Λιθουανός επιμελητής της έκθεσης Raimundas Malašauskas επέλεξε, όχι τυχαία, ως χώρο διεξαγωγής της έκθεσης το τσιμεντόκτιστο Δημοτικό Αθλητικό Κέντρο της Βενετίας που βρίσκεται στην περιοχή της Arsenale. Η επιλογή αυτή καταδεικνύει την οικονομική ασυμμετρία των εκθετριών χωρών, εάν αξιολογηθεί συναρτήσει της υπόλοιπης Biennale των palazzo και του πρόδηλου πλούτου. Οι επιλεγέντες καλλιτέχνες από κυπριακής πλευράς είναι οι Ναταλί Γιαξή, Φάνος Κυριάκου, Κωνσταντίνος Ταλιώτης, Λία Χαράκη και Μαρία Χασάπη, ενώ η Λιθουανία εκπροσωπείται από τους Liudvikas Buklys, Gintaras Didžiapetris, Jason Dodge, Myriam Lefkowitz, Gabriel Lester, Elena Narbutaitė, Morten Norbye Halvorsen, Algirdas Šeškus, Dexter Sinister, Kazys Varnelis, Vytautė Žilinskaitė. Η έκθεση αποτελείται από αντικείμενα, εγκαταστάσεις, βίντεο-προβολές, γραπτά κείμενα και διαδοχικές καλλιτεχνικές δράσεις, που εγείρουν πολλαπλά ερωτήματα και προκαλούν τα όρια της αντίληψης του επισκέπτη. Έμφαση δύνεται στη συμβίωση και όχι στην αποξένωση. Υποκείμενα και αντικείμενα της έκθεσης διατηρούν τα στοιχεία της διαφορετικότητάς τους αλλά παράλληλα συνυπάρχουν σε απόλυτη αρμονία.

Το περίπτερο των Μαλδιβών στο Gervasuti Foundation, στο οποίο συμμετέχουν και οι Αχιλλέας Κεντώνης και Μαρία Παπαχαραλάμπους, μελετά την έννοια του σύγχρονου οικολογικού ρομαντισμού συναρτήσει της φύσης και του πολιτισμού της περιοχής των Μαλβίδων. Η φύση μεταφράζεται ως πηγή αισθητικής εμπειρίας. Η  εξαφάνιση των νήσων από το χάρτη είναι προδιαγεγραμμένη. Ο τίτλος της έκθεσης είναι αποκαλυπτικός,  Κινητό Έθνος: Εξαφάνιση ως Εργασία σε Εξέλιξη. Περιβαλλοντικές ανησυχίες που πραγματεύονται παράλληλα το νόημα της ύπαρξης και αντίστοιχα της εξαφάνισης, συνεπεία των μηχανισμών  του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος.

Η Χιλή επιλέγει να βυθίσει το ίδιο το Giardini. Ο καλλιτέχνης Alfredo Jaar συμμετέχει για τέταρτη φορά στη Biennale της Βενετίας, με την πρώτη φορά να είναι το 1968. Όλα αυτά τα χρόνια που επισκεπτόταν την παγκόσμια αυτή έκθεση είχε, όπως χαρακτηριστικά λέει ο ίδιος, τον εξής  προβληματισμό: «Γιατί στο Giardini να είναι πάντα μόνο 28 εθνικά περίπτερα όταν υπάρχουν άλλες 160 χώρες στον πλανήτη;» και «γιατί καμιά αφρικανική χώρα για παράδειγμα δεν εκπροσωπείται στο Giardini;». Όταν λοιπόν κλήθηκε φέτος να εκπροσωπήσει τη Χιλή, άδραξε την ευκαιρία για να φωνάξει: «Το σύστημα είναι εντελώς πεπαλαιωμένο. Πρέπει να το αλλάξουμε. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Ει, ξυπνήστε!». Για να οπτικοποιήσει το μήνυμά του, δημιούργησε με γκρι συνθετική ρητίνη μια ρέπλικα του Giardini σε κλίμακα 1:60. Το Giardini  βυθίζεται και αναδύεται. Η βύθιση αυτή αποσκοπεί στη συμβολική κατάργηση μιας παλαιού τύπου παγκόσμιας ιεραρχίας, με την ελπίδα πως μια αναγεννημένη Μπιενάλε και παράλληλα ένα δημοκρατικότερο παγκόσμιο σύστημα θα αναδυθούν από την άβυσσο.

Ιστορικής σημασίας για τη φετινή Μπιενάλε είναι και η συμμετοχή του Βατικανού που, ενώ στο παρελθόν είχε πολλάκις καταδικάσει τη σύγχρονη τέχνη ως βλάσφημη, άλλαξε πολιτική, διπλωματικά αναγνώρισε τη δύναμη της τέχνης και μέσω αυτής αποφάσισε να επικοινωνήσει με τον κόσμο. Βασισμένη στα 11 πρώτα κεφάλαια της Γένεσης και τοποθετημένη στην Arsenale δίπλα στο περίπτερο της Αργεντινής, η έκθεση του Βατικανού χωρίζεται σε τρεις βασικές θεματικές. Τη Δημιουργία, την Καταστροφή και την Αναδημιουργία (ή τον Νέο Άνθρωπο). Η πρώτη θεματική ανατέθηκε στην ιταλική κολεκτίβα του στούντιο Azzuro στο Μιλάνο, που είναι φημισμένη για τις μεγάλες διαδραστικές βίντεο-εγκαταστάσεις, οι οποίες συνήθως διαρρηγνύουν το εμπόδιο του χώρου ανάμεσα στο θεατή.  Η εγκατάσταση συμπεριλαμβάνει εικόνες από κωφάλαλους και φυλακισμένες γυναίκες, που διηγούνται τις οικογενειακές τους ιστορίες. Ο τσέχος φωτογράφος Josef Koudelka, πραγματευόμενος τη θεματική της καταστροφής, παρουσιάζει 18 μεγάλου μεγέθους ασπρόμαυρες φωτογραφίες που διερευνούν την εξορία και τη φθίνουσα παρουσία των αρχαιοτήτων.  Ενώ ο αυστραλο-ιρλανδός καλλιτέχνης Lawrence Carroll, επηρεασμένος από το μεταπολεμικό κίνημα της Arte Povera, παρουσιάζει πέντε αφηρημένους πίνακες για να αναδείξει την Αναδημιουργία.

Το 1955 ο αυτοδίδακτος ιταλός καλλιτέχνης Marino Auriti  σχεδίασε ένα μοντέλο μουσείου, το οποίο ονόμασε Il Palazzo Enciclopedico (Το Εγκυκλοπαιδικό Παλάτι), οραματιζόμενος  πως μέσα σε αυτό θα στεγάσει τη γνώση όλου του κόσμου. Το πλάνο του Auriti ήταν να κατασκευάσει ένα κτίσμα ύψους 700 μέτρων με 136 δωμάτια στην Washington, D.C. της Αμερικής, αλλά το φιλόδοξο όραμά του ποτέ δεν υλοποιήθηκε. Ο Massimiliano Gioni – επιμελητής της  55ης Μπιενάλε, αποτίνοντας φόρο τιμής στην ουτοπία του Auriti κατάφερε να δημιουργήσει μια έκθεση  που καλύπτει χρονικά τον τελευταίο αιώνα και αποτελεί μια ενιαία οντότητα με έργα 150 καλλιτεχνών από 37 διαφορετικές χώρες. Όπως εξήγησε ο Πρόεδρος της Μπιενάλε, Paolo Baratta, στόχος του Gioni  «δεν είναι απλά να παρουσιάσει τα έργα σύγχρονων καλλιτεχνών, αλλά επιθυμεί να αναδείξει τις καλλιτεχνικές τους ανησυχίες στοχεύοντας στα να απαντήσει σε ένα ερώτημα παραπέρα: ποιος είναι ο κόσμος του καλλιτέχνη, ποιο είναι το ερέθισμα που ενεργοποιεί το να φαντάζεσαι και να οραματίζεσαι πέρα από την πραγματικότητα, να ονειρεύεσαι μια άλλη πραγματικότητα;». Στα βήματα της τελευταίας dOCUMENTA και ακολουθώντας το Zeitgeist, ο Gioni δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα σε εδραιωμένους καλλιτέχνες και αυτούς που βρίσκονται εκτός του κατεστημένου.  Το ευρύ θεωρητικό σχήμα που επιλέγει του δίνει επί της ουσίας τη δυνατότητα – χωρίς να ταυτίζεται με κάποια ιδεολογία –  να διευρύνει την πολυφωνία, να γεφυρώσει ηπείρους, κουλτούρες και ιστορικές περιόδους χωρίς αυτό να δημιουργεί κακοφωνία.

Πολλές και οι παράλληλες εκθέσεις. Ενδεικτικά, ξεχώρισαν το Glasstress: White Light/White Heat, έκθεση την οποία συνεπιμελήθηκαν ο ιταλός επιχειρηματίας υαλοποιίας Andriano Berengo με το βρετανό επιμελητή James Putnam, και που υλοποιήθηκε υπό την αιγίδα του βρετανικού  πανεπιστημίου London College of Fashion.  Μοναδικός κοινός παρονομαστής των 65 διεθνώς καταξιωμένων καλλιτεχνών που κλήθηκαν να συμμετάσχουν, είναι το γυαλί. Οι θεματικές που επιλέγουν οι καλλιτέχνες πολλές. Ο ειδικός στα εκρηκτικά κινέζος Cai Guo Quiang δημιουργεί γυάλινα αλεξίσφαιρα γιλέκα και τα γεμίζει με εκρηκτικά, ενώ ο αμερικανός καλλιτέχνης Michael Joo κατασκευάζει γυάλινες ασπίδες για τα ειδικά σώματα καταστολής των διαδηλώσεων. Ο βρετανός John Isaacs με τα πολύχρωμα μπαλόνια του, ανακαλεί το παρελθόν και μας καλεί να θυμηθούμε την αγνότητα της παιδικής μας ηλικίας. Άλλοι καλλιτέχνες όπως ο Paul Fryer και ο Ron Arad συνδύασαν το γυαλί με την υψηλή τεχνολογία και την επιστήμη για να μελετήσουν κοσμολογικά φαινόμενα ή καινοτόμες τεχνικές παραγωγής της τέχνης, αντίστοιχα.

Εντυπωσιακή είναι και η αφιερωμένη στο σώμα έκθεση που επιμελήθηκε η Cindy Sherman, με καλλιτέχνες τους Paul McCarthy, Sarah Lucas, Richard Serra, Bruce Nauman, Ryan Trecartin, Ed Atkins, και Helen Marten. Ενώ ο Steve McQueen αποφασίζει να αφήσει τα επίγεια και να μας ταξιδεύσει πέρα από τα όρια της Γης παρουσιάζοντας  116 ψηφιοποιημένες εικόνες από τον Χρυσό Δίσκο (Golden Record) του Carl Sagan, ο οποίος λανσαρίστηκε στο διάστημα το 1977 στο διπλό αεροσκάφος της NASA Voyager 1 και 2.