Φευγαλέα ή αθάνατη δόξα: Τέχνη και φήμη στην ψηφιακή εποχή | ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

english

Το όνομά μας σε φωτεινή επιγραφή: Η δόξα της τέχνης και η φήμη στο ίντερνετ

Αργά το βράδυ στη Βαρκελώνη, χαζεύω την οθόνη του υπολογιστή μου, που δείχνει σε ζωντανή αναμετάδοση την πρόσοψη του Αυστραλιανού Μουσείου στο Σίδνει, όπου είναι ήδη μεσημέρι. Θυσιάζω τον ύπνο μου για καλό σκοπό: τη διασημότητα. Σε μερικά λεπτά, και για μόλις 15 δευτερόλεπτα θα δω το όνομά μου σε φωτεινή επιγραφή, στην εγκατάσταση του John Baldessari “Your name in lights”. Τα 15″ δόξας μου ανήκουν.

Παίζοντας με τη γνωστή φράση του Andy Warhol ότι “στο μέλλον όλοι θα είναι διάσημοι για 15 λεπτά”, ο John Baldessari προσφέρει στον κόσμο την ευκαιρία να δουν το όνομά τους να λάμπει για μερικά δευτερόλεπτα. Το μόνο που χρειάζεται να κάνει κανείς είναι να στείλει το όνομά του και να περιμένει να μπει στο πρόγραμμα.

Καθώς συμπλήρωνα την αίτηση λίγες μέρες νωρίτερα, αναρωτιόμουν τι ονόματα έδινε ο κόσμος. Θα ήταν τα δικά τους ονόματα, ονόματα ανθρώπων που έχουν χαθεί, ονόματα ανθρώπων που τους λείπουν; Διαβάζοντας τα σχόλια των θεατών, έμαθα ότι ορισμένοι από αυτούς το θεωρούσαν ως ξεχωριστή στιγμή, αρκετά δυνατή να τους κάνει να ταξιδέψουν στο Σίδνεϊ ώστε να δουν τη φωτεινή επιγραφή με το όνομά τους με τα ίδια τους τα μάτια.

Προς μεγάλη μου έκπληξη, καθώς έβλεπα το όνομά μου και τα άλλα ονόματα που είχα δώσει να φωτίζουν στην πρόσοψη του Αυστραλιανού μουσείου, ενθουσιάστηκα. Μετά από τέσσερις ώρες έπρεπε να πάω στη δουλειά και μια ακόμα συνηθισμένη μέρα θα ξεκινούσε, αλλά εκείνη τη στιγμή, στην άλλη άκρη του κόσμου, κάτω από έναν λαμπερό καλοκαιρινό ουρανό, κάποιος διάβαζε το όνομά μου. Και όχι μόνο το δικό μου…

Πηγαίνοντας την ιδέα του Baldessari ένα βήμα πιο πέρα, αποφάσισα να περιλάβω στην αίτησή μου τα ονόματα δύο αγέννητων παιδιών, που θα έρθουν στον κόσμο σε λίγες μέρες. Προτού δουν το φως του κόσμου, το όνομά τους έλαμψε σε φωτεινή επιγραφή. Ίσως δεν είναι συνηθισμένο να δει κανείς ένα αγέννητο -ή το όνομά του- σε μια καλλιτεχνική εγκατάσταση· όμως, σήμερα, στις περισσότερες περιπτώσεις, οι κινήσεις και τα πρόσωπα των αγέννητων φανερώνονται μέσα από τον υπέρηχο και καταγράφονται σε εικόνα και βίντεο. Η “ψηφιακή δόξα” που προσφέρουν τα νέα μέσα ξεκινάει πριν από τη μέρα της γέννησης.

Καθώς μεγαλώνουν, θα δουν το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής τους να καταγράφεται σε ψηφιακές εικόνες και βίντεο. και όταν θα ξεκινήσουν να έχουν “ψηφιακή ζωή”, μπορεί να δουν το όνομά τους ή την εικόνα τους να βγαίνουν στις αναζητήσεις του google (ή ο,τι αντίστοιχο υπάρχει τότε)· για τη γενιά που θα δει τώρα το φως της μέρας, η φήμη θα είναι μια ακόμα πιο κοινή εμπειρία απ’ ότι ήταν πριν από τρεις δεκαετίες, όταν ο Warhol έκανε τη γνωστή του δήλωση.

Γιατί η “δόξα” τείνει να γίνεται όλο και πιο εύκολη -και κενή. Όλοι είμαστε διάσημοι κατά κάποιο τρόπο· τουλάχιστον γι αυτούς που μας ακολουθούν στο Twitter ή τους “φίλους” μας στο Facebook -τους περισσότερους από τους οποίους γνωρίζουμε μονάχα μέσα από τις ψηφιακές τους εικόνες. Αν ακολουθώ τα feeds των κοινωνικών δίκτυων από κοντά, μαθαίνω πράγματα για τις ζωές ανθρώπων που δεν έχω γνωρίσει ποτέ,ανθρώπων που ζουν “συνηθισμένες” ζωές όπως εγώ.

Το “συνηθισμένο”, όμως, έχει πάψει να αποτελεί εμπόδιο στο δρόμο για τη δόξα για περισσότερα από δέκα χρόνια τώρα· το “Facebook” είναι κατά κάποιο τρόπο το πνευματικό τέκνο του “Big Brother” της προηγούμενης δεκαετίας. Τα ριάλιτι μας εξοικείωσαν με την ιδέα ότι μπορούμε να παρακολουθούμε κρυφά τις ζωές των άλλων, ιδίως όταν αυτοί οι “άλλοι” οικειοθελώς βάζουν τη ζωή τους στη βιτρίνα.

Μέρα με τη μέρα, εγκαταλείπουμε το δικαίωμά στην ιδιωτική ζωή για χάρη της διασημότητας: ξέρουμε ότι τα mail μας διαβάζονται από ρομπότ, που καταγράφουν τις καταναλωτικές μας συνήθειες και πουλάν τις πληροφορίες στους διαφημιστές· ξέρουμε ότι οι φράσεις που βάζουμε στις μηχανές αναζήτησης ταυτίζονται με τη διεύθυνση ΙΡ μας και καταχωρούνται για μελλοντική χρήση· ξέρουμε ότι τα προσωπικά μας δεδομένα μελετώνται εξονυχιστικά και καταγράφονται. Όμως έχουμε την τάση να το αγνοούμε, καθώς ενδίδουμε στην στιγμιαία απόλαυση του να μοιραζόμαστε τις προσωπικές μας στιγμές με εκατοντάδες άλλους που κάνουν κλικ στο “like”, στο “retweet” ή αφήνουν σχόλιο, ώστε να δείξουν την έγκριση και το θαυμασμό τους -περιμένοντας ότι και οι άλλοι θα κάνουν το ίδιο στα στιγμιότυπα από την δημόσια-ιδιωτική ζωή τους.

Η έννοια της “φήμης” και της “διασημότητας” φαίνεται να έχει αλλάξει δραστικά: νοικοκοιρές σαν την Kelly Oxford ακολουθούνται από χιλιάδες χάρη στο χιούμορ της, ενώ από την άλλη αστέρες του κινηματογράφου βλέπουν τις φωτογραφίες των παπαράτσι να θρυμματίζουν την εικόνα τους, καθώς πολλαπλασιάζονται οι φωτογραφίες που απεικονίζουν τις πιο προσωπικές και άτυχες στιγμές τους.

Η εκδίκηση του πλήθους ή η αβάσταχτη ελαφρότητα της ψηφιακής εποχής; Όπως και να ‘χει, η “διασημότητα” εξακολουθεί να χαίρει μεγάλου σεβασμού, ως η πανάκεια για κάθε οικονομικό και προσωπικό πρόβλημα.

Από την υπογραφή του καλλιτέχνη στην τέχνη του κοινού

Η εγκατάσταση του John Baldessari απλά αντικατοπτρίζει την υπάρχουσα πραγματικότητα του κυνηγιού της διασημότητας και της αίγλης· όμως, αν κάνουμε ένα βήμα προς τα πίσω στην ιστορία της τέχνης θα δούμε ότι η φήμη και η τέχνη ήταν πάντοτε άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους.

Από τον αρχαίο αγγειοπλάστη που ήταν αρκετά υπερήφανος για την τέχνη του ώστε να βάλει την υπογραφή του στο αγγείο, μέχρι τις υπογραφές των εκατομμυρίων των σύγχρονων καλλιτεχνών -με την εξαίρεση των μεσαιωνικών και βυζαντινών καλλιτεχνών, που ένιωθαν ως “εργάτες” και άφησαν τα έργα τους ως επί το πλείστον ανώνυμα- πολλοί καλλιτέχνες χαίρουν δόξας και σεβασμού χάρη στην τέχνη τους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν γίνει διάσημοι και για την προσωπική τους ζωή, όπως ο Salvador Dali, που προκαλούσε τη δημοσιότητα, ο Andy Warhol, που τη λάτρευε, ή ο Damien Hirst, που την κοροϊδεύει.

Sophie Calle, Suite Vénitienne

Η μετατροπή του προσωπικού σε δημόσιο είναι ο κεντρικός άξονας στο έργο της Sophie Calle, μιας σύγχρονης καλλιτέχνιδας που είναι γνωστή για την έκθεση της προσωπικής ζωής της, και της προσωπικής ζωής των άλλων· στο έργο της “Suite Vénitienne” (1979) ακολούθησε έναν άγνωστο που είχε γνωρίσει σε ένα πάρτυ και κατέγραψε τις κινήσεις του μέσα από φωτογραφίες και σημειώσεις που αργότερα εξέθεσε. Στο “Address book” (1983) δημοσίευσε λεπτομέρειες για τη ζωή ενός αγνώστου· είχε βρει την ατζέντα του κατά λάθος, και στη συνέχεια προσπάθησε να ανακαλύψει και να αποκαλύψει στοιχεία για την προσωπική του ζωή -πράγμα που επέσυρε μηνύσεις για παραβίαση της ιδιωτικής ζωής. Για τη Sophie Calle η καθημερινή ζωή είναι ένα έργο τέχνης που μπορεί κανείς να μοιραστεί με το ευρύ κοινό- μια περιφρόνηση του ιδιωτικού πολύ πριν την έλευση των ριάλιτι και του Facebook.

Είτε από πρόθεση είτε κατά τύχη, ένα έργο τέχνης είχε πάντοτε τη δυναμική να δίνει δόξα και αίγλη σε αυτόν που πρόβαλλε. Η Μόνα Λίζα είναι ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα πρόσωπα σήμερα, πέντε αιώνες αφότου ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι απεικόνισε το αινιγματικό της πρόσωπο. Η προσωπογραφία ανέκαθεν είχε το στόχο να κάνει αθάνατο όχι τόσο το πρόσωπο, όσο την προσωπικότητα του εικονιζόμενου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτά τα έργα κατόρθωσαν να μετατρέψουν τον εικονιζόμενο σε εικόνισμα· η  “Marilyn” (1967) του Andy Warhol ή η προσωπογραφία του Barack Obama “Hope” (2008) από τον Shepard Fairey είναι δύο παραδείγματα όπου η εικόνα του προσωπογραφούμενου, απογυμνωμένη από λεπτομέρειες, μετατρέπεται στην απεικόνιση μιας ιδέας.

Krzysztof Wodiczko, Tijuana Projection
Krzysztof Wodiczko, Tijuana Projection

Δεν είναι ανάγκη να είναι κανείς διάσημος ώστε να το επιτύχει αυτό· οι καθημερινοί άνθρωποι μετατρέπονται σε εικονίσματα, όταν η εικόνα τους προβάλλεται σε μια εγκατάσταση μεγάλων διαστάσεων, όπως βλέπουμε στο έργο του Krzysztof Wodiczko. Στο “Tijuana project”, ένα βίντεο που δείχνει “maquiladoras” -γυναίκες που δουλεύουν σε offshore εργοστάσια στην Τιχουάνα – προβάλλονται στην 18 μέτρων πρόσοψη του Omnimax Theater στο Centro Cultural Tijuana (CECUT). Οι γυναίκες μιλούν για την κακομεταχείριση και τη βία που συχνά υφίστανται· σε αντίθεση με το κινηματογραφικό “γκρο πλαν”, που έδινε δόξα στους ηθοποιούς και έκανε τα πρόσωπά τους ευρέως γνωστά, αυτά τα κοντινά πλάνα του Wodiczko στοχεύουν στο να αφυπνίσουν τη συνείδηση και να κάνουν γνωστές λεπτομέρειες για τη ζωή των λιγότερο τυχερών. Σε παραπλήσιο τόνο, στο έργο “Hiroshima Projection” (1999), η κάμερα του καλλιτέχνη εστιάζει στα χέρια των επιζήσαντων από την ατομική καταστροφή, καθώς αφηγούνται την εμπειρία τους σε ένα βίντεο που προβλήθηκε κάτω από το θόλο A-Bomb στη Χιροσίμα. Και πάλι, η πρόθεση του καλλιτέχνη δεν είναι να φέρει δόξα στους καλλιτέχνες· είναι να ζωντανέψει την ιστορία και να προβάλλει την ιδέα που αυτή η ιστορία εκπροσωπεί.

Είναι το επόμενο επίπεδο στην προσωπογραφία: τώρα βλέπουμε πέρα από την όψη και την προσωπικότητα του εικονιζόμενου· μπορούμε να μάθουμε την προσωπική του ιστορία.

Ή ακόμα και να αφηγηθούμε τη δική μας: σε εκθέσεις όπως το How we are και το How we are Now στην Tate Britain, οι επιμελητές παρότρυναν το κοινό να συμβάλει την έκθεση δημοσιεύοντας φωτογραφίες στο Flickr, τη σελίδα όπου μπορεί να μοιραστεί κανείς εικόνες. Ο παραδοσιακός διαχωρισμός μεταξύ “καλλιτεχνών” και “ερασιτεχνών” καταργείται, καθώς τα μουσεία προσφέρουν ένα χώρο όπου οι άνθρωποι μπορούν να εκθέσουν τα έργα τους.

“Καθώς τα μουσεία συχνά είναι οι φορείς της φύλαξης και της διάπλασης της πολιτισμικής μας μνήμης, τα παραπάνω παραδείγματα υπογραμμίζουν την προσπάθεια που γίνεται από τα ιδρύματα να μετέχουν με εκθεσιακούς και σχεδιαστικούς όρους σε αυτό που ονομάζει ο  David Harvey “μικρές κληρονομιές”, δηλαδή προσωπική, τοπική κληρονομιά, σε σύγκριση με την “μεγάλη κληρονομιά”, δηλαδή την επίσημη, εθνική κληρονομιά” [1].

Καθώς καταγράφουμε την καθημερινή μας ζωή σε συνεχόμενες εικόνες και δηλώσεις, “like” και “share”, γράφουμε την προσωπική μας ιστορία· ένα προσωπικό ημερολόγιο ανοιχτό στον καθένα και μια προσωπική άποψη του κόσμου, που μπορεί να αγγίξει και να επηρεάσει ένα ευρύτερο κοινό.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η προσωπική οπτική θα ξεθωριάσει, καθώς άλλες εικόνες και λέξεις θα πλημμυρίσουν το feed των κοινωνικών μας δικτύων.

15 δευτερόλεπτα φήμης, μια αιωνιότητα λήθης.


Αριστερά: Shepard Fairey, Obama. Δεξιά: Andy Warhol, Mairilyn

Προτεινόμενη βιβλιογραφία:

Areti Galani, Alexandra Moschovi, “Trans/forming Museum Narratives: The Accommodation of „Photography 2.0“ in Contemporary Exhibitions”, in: Agnes Aljas, et.al. (Ed.), Transforming Culture in the Digital Age, Editions: Estonian National Museum, Estonian Literary Museum, University of Tartu. Available online: http://dspace.utlib.ee/dspace/bitstream/10062/14768/1/transform_book.pdf

Modesta Di Paola, “Krzysztof Wodiczko”, in: … La memoria del otro, Bogota 2009. Available online: http://interartive.org/2010/12/krzysztof-wodiczko/

Barthes, Roland. “The Death of the Author,” Aspen, no. 5-6 in 1967, Available online: http://www.deathoftheauthor.com/

Amy Henderson, “Media and the Rise of Celebrity Culture”, OAH Magazine of History, Vol. 6, No. 4, Communication in History: The Key to Understanding (Spring, 1992), pp. 49-54. Available online: http://www.jstor.org/stable/25154085

Sophie Calle, M’as tu vue. Centre Pompidou & Edition Xavier Baral, 2003


[1] Areti Galani, Alexandra Moschovi, “Trans/forming Museum Narratives: The Accommodation of „Photography 2.0“ in Contemporary Exhibitions”, in: Agnes Aljas, et.al. (Ed.), Transforming Culture in the Digital Age, Editions: Estonian National Museum, Estonian Literary Museum, University of Tartu, p.191.