Μια συζήτηση με τον Louis Bec | ΔΩΡΟΘΕΑ ΚΟΝΤΕΛΕΤΖΙΔΟΥ

english

Louis  Bec. Malaskunodousse, 1997-99, artificial life model, softimage.
Louis Bec. Malaskunodousse, 1997-99, artificial life model, softimage

O Louis Bec σίγουρα είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα. Μπορούμε να πούμε ότι το είδος αυτό του επιστήμονα που συνδυάζει τις κλασσικές σπουδές με τις θετικές, ερευνητής βιολόγος, με ειδικότητα στις μελέτες του θαλάσσιου κόσμου, καλλιτέχνης και επιθεωρητής της καλλιτεχνικής έκφρασης στο Υπουργείο Πολιτισμού της Γαλλίας για τα προγράμματα των Καλών Τεχνών, αποτελεί σπάνιο παράδειγμα μιας αναλυτικής και συνθετικής σκέψης, η οποία δεν διστάζει να διευρύνει την σκέψη και την αναζήτηση.

Πνεύμα ανήσυχο, οργανωτικό και συγχρόνως ανοικτό σε κάθε τι νέο. Η συνάντηση μας στο Forum του Απολλόνια με θέμα “Καλλιτεχνική κινητικότητα στις Νοτιοανατολικές χώρες της Ευρώπης” μου έδωσε την ευκαιρία να έχω μια συνομιλία η οποία μου αποκάλυψε μια φυσιογνωμία όπου το Ήθος, η Λογική και ο Άνθρωπος μπορούν να συνυπάρχουν και ως στάση ζωής.

“…Μετά από ένα ταξίδι μου στο Σρασβούργο, γύρισα πολύ ανήσυχος, ήμουν ταυτόχρονα προβληματισμένος και συγκινημένος, από τις αντιθέσεις των βαλκάνιων καλλιτεχνών που βρίσκονταν εκεί, δεν ήξερα πώς να απαντήσω στην επιθυμία να υπάρξεις ως καλλιτέχνης μέσα σ΄ ένα τόπο που είναι μεν σημαντικός αλλά μέσα στην καλλιτεχνική νομεκλατούρα δεν υπάρχει στον κόσμο, γεγονός που υπάρχει και σε άλλες χώρες, και όπου διεκδικώντας μια θέση διεθνή, αρνείσαι την ιδέα μιας τοπικής ταυτότητας.

Το να μην είσαι Αλβανός αλλά να είσαι αλβανός, το να μην είσαι Σλοβάκος αλλά να είσαι Σλοβάκος, το να μην είσαι Κοσοβάρος αλλά να είσαι Κοσoβάρος αυτή η αμφιβολία που γνωρίζουν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες είναι ήδη ένα γνωστό πρόβλημα και συγχρόνως το άλλο πρόβλημα είναι τα παρουσιαζόμενα έργα στα άτομα που γνωρίζουν το καλλιτεχνικό χώρο ήταν έργα επανάληψης. Δεν είναι δυνατόν να υπάρξει μια ανάγνωση αυτής της εργασίας άλλη από αυτή της αναγνώρισης της θέλησης τους να υπάρξουν αλλά χωρίς ακόμα να έχουν παραχθεί τα μέσα ύπαρξης τους.

Όταν λοιπόν επέστρεψα στην Αβινιόν, έγραψα αυτό το κείμενο όπου υπογραμμίζω ότι υπάρχουν τουλάχιστον δύο τρόποι να κοιτάμε την καλλιτεχνική δέσμευση και ποιότητα των καλλιτεχνών: ή έχουμε την κοινή αυτή θέση που είναι να ενδιαφερόμαστε για τον καλλιτέχνη επισκεπτόμενοι τα εργαστήρια ή λέμε ότι ο καλλιτέχνης ανήκει και αυτός στο έμψυχο αυτό είδος και εντάσσουμε την δουλειά του στην εφευρετική εξάπλωση του σύμπαντος, που είναι τελικά η μεγαλύτερη εξέλιξη. Θα μπορούσα αντίστοιχα να μιλήσω για την εξωντασιόν, είναι δηλαδή η στιγμή που περνάμε από τα ηλεκτρικά κύματα της θάλασσας στη γη. Κάποιοι επιστήμονες ορίζουν αυτή την δράση, η οποία για χιλιάδες χρόνια επέτρεπε σε είδη των οποίων η δομή και η συμπεριφορά βασιζόταν στην άνωση, την σχέση ανταλλαγών με τον χώρο, με διάφορους τρόπους, όπως η αναπνοή, η τροφή κ.ά. και είναι μ’ αυτόν τον τρόπο που κατηγοριοποίησαν όλες τις δυνατές στρατηγικές της εξέλιξης, και αυτό αποφασίζει να περάσουν σε κάτι που ζητάει μια άλλη εσωτερική οργάνωση. Συγχρόνως υπάρχει η θεωρία ότι η γη καταστράφηκε κατά 80 τοις εκατό και συγχρόνως κάθε ζωντανός οργανισμός και ότι τελικά είμαστε προϊόντα αυτού τοις 20 τοις εκατό. Aυτό βέβαια σχετικοποιεί την πραγματικότητα.

Για να επανέλθουμε στην καλλιτεχνική παραγωγή και την κατασκευή των αντικειμένων είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε τι είναι αυτή η μέτρια πρακτική που οδηγεί ένα είδος να μιλάει, να παράγει έννοιες; Πώς οργανώνεται η γέννηση των τεχνικών, τα προβλήματα της αναπαράστασης πώς οργανώθηκαν; Αυτό σχετικοποιεί εντελώς την Ιστορία, την κάνει πιο ανθρωπολογική. Θέτει τα ερωτήματα της καταγωγής της ζωής, συγχρόνως βέβαια και την καταγωγή της τέχνης.

Από αυτό το σημείο καταλήξαμε σε ένα άλλο σημείο όπου εξετάζουμε την τέχνη ως συνέπεια. Μιλάμε για την καταγωγή της τέχνης στην προϊστορία, στις τελευταίες θεωρίες που διεξήχθησαν μιλάμε για μια γενετική τροποποίηση του ανθρώπινου είδους που επέτρεψε να γίνουν ερωτήσεις όπως τι συνέβη το περίπου 4000 π.Χ. όταν ένα είδος που ζούσε με τον Νεάντερνταλ κατέστρεψε τον Νεάντερνταλ, δηλαδή μια τυφλή γενοκτονία του ανθρώπινου είδους και όπου ξαφνικά λίγο αργότερα παρήχθη μια κουλτούρα. Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η ικανότητα μας να επανεξετάσουμε την τέχνη, μέσα από ένα κοινωνιολογικό πρίσμα;

Τώρα όσο αφορά το θέμα των ανταλλαγών που είναι και ο βασικός προβληματισμός του Απολλόνια, αν σκεφτούμε την ιδανική κατάσταση των ανταλλαγών, το πρόβλημα των πολιτιστικών ανταλλαγών μου φαίνεται σοβαρότερο ακόμα και από τις καλλιτεχνικές ανταλλαγές. Νομίζω ότι η συζήτηση πάνω στην σύγχρονη τέχνη είναι δύσκολη και πολύπλοκη γιατί στην ουσία δεν υπάρχει πραγματικό θεωρητικό υπόβαθρο και ότι σε ένα τόσο ευρύ χώρο των ανθρώπινων δραστηριοτήτων δεν μπορούμε να απομονώνουμε την  την καλλιτεχνική δραστηριότητα από τις άλλες. Αυτό σημαίνει ότι η κουλτούρα είναι  έκφραση ομάδων σε ένα συγκεκριμένο χρόνο όπου δίνει ενδείξεις για τον τρόπο όπου ατομικά και συλλογικά αισθανόμαστε τον τρόπο ζωής μας, τις εμπνεύσεις μας, τις επιθυμίες μας. Κάθε πράξη συμμετοχής σε οποιαδήποτε ομάδα είναι συμμετοχή στη κουλτούρα. Θα έπρεπε να αναφερόμαστε σ’ αυτό τον τομέα με περισσότερη προσοχή γιατί αρχικά θα υπογράμμιζε τις διαφορές της ζωής μας. Υπάρχει, παραδείγματος χάρη, η Αφρικάνικη κουλτούρα ή αυτή της Ωκεανίας: Τι σημαίνει αυτό; μήπως καλύπτουμε πτυχές για τις οποίες δεν μπορούμε να μιλήσουμε; Eίναι κάτι το πολύπλοκο και αποθαρρυντικό διότι τελικά υπογραμμίζει την κυριαρχία του δυτικού κόσμου. ‘Όπως είναι η περίπτωση της Αμερικής, της Ιταλίας, της Γαλλίας.

Το ερώτημα των καλλιτεχνικών ανταλλαγών, δηλαδή των καλλιτεχνών εγγράφεται και αυτό σ’ αυτού του είδους την κυριαρχία. Δεν μπορούμε να μεταφέρουμε και να ορίσουμε τα όρια, ενός μόνο τμήματος μιας κουλτούρας που αρχίζει να εκφράζεται. Υπάρχουν ομάδες ανθρώπων, όπως στο χώρο του θεάτρου, όπου μέσα από ομάδες έρευνας -καλλιτέχνες, ανθρωπολόγοι, εθνολόγοι, σκηνοθέτες- που αρχικά σχεδίαζαν ένα συγκεκριμένο πρότζεκτ, με τη βοήθειά μας δημιούργησαν ένα άλλο πρότζεκτ· είναι αν θέλετε μια προσέγγιση που επιτρέπει ανταλλαγές σε βάθος. Εργάστηκα με ινδιάνους φυσικούς, συζητήσαμε και αντιληφθήκαμε μετά από τρεις ώρες συζητήσης και ένα συνέδριο, ότι ήμασταν σύμφωνοι σε κάτι, αφού δεχτήκαμε όλοι ότι ένα άτομο είναι ένα άτομο, αλλά όταν εισήλθαμε στον ορισμό και τι αναπαριστά το άτομο για ένα ινδιάνο φυσικό φυσικό, η έκπληξη μας, σε επίπεδο βιολογίας, ήταν μεγάλη. Είχαν δεχτεί, όπως εξάλλου και εμείς μια κοινή γλώσσα, μέσα όμως από μια ιδεολογική βάση και σκέψη εντελώς διαφορετική. Αυτό ήταν εκπληκτικό, γιατί νομίζω ότι είτε είμαστε καλλιτέχνες είτε οτιδήποτε άλλο, είναι αποκαλυπτικό”.

Σε ερώτηση μας για το πρόγραμμα της «Ψηφιακής Αβινιόν», μιας και ήταν ο εμψυχωτής και εμπνευστής αυτού του προγράμματος, όταν η Αβινιόν ήταν Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης ο Louis Bec, συνεχίζει με τον ίδιο εφηβικό ενθουσιασμό να διηγείται σαν κάτι το πολύ απλό και με απόλυτη φυσικότητα, την οργάνωση ενός πρωτοποριακού προγράμματος που στην εποχή του υπήρξε σταθμός. Μετά από το φεστιβάλ είχε οργανώσει την εκδήλωση «Le vivant et l’ artificiel», όπου παρουσίασε, μέσα από επιστημονικές, καλλιτεχνικές και τεχνολογικές δραστηριότητες την υπόθεση ενός απόλυτου vivant και ενός απόλυτου artificiel.

Στην Ψηφιακή Αβινιόν, το 1994, εργάστηκε πάνω στις νέες τεχνολογίες, στα προγράμματα του μέλλοντος, αρχικά στο Συμβούλιο της Ευρώπης στο Στρασβούργο, πρότεινε στη συνέχεια την δημιουργία μιας πόλης που θα προσανατολιζόταν στις νέες τεχνολογίες. Σε απευθείας σύνδεση λοιπόν με κοινωνικό-πολιτιστικά κέντρα που είχαν την δυνατότητα να επικοινωνούν με εικόνες, ήχο και οτιδήποτε μπορεί να παρέχει η τεχνολογία, το 2000, δημιούργησαν, κατά κάποιο τρόπο, ένα λαϊκό τεχνολογικό πανεπιστήμιο. Εγχείρημα δύσκολο αν σκεφτούμε ότι κάθε δεκαπέντε μέρες υπήρχαν συναντήσεις με σαράντα περίπου άτομα, όπου συζητούσαν πάνω στο τι είναι το τεχνολογικό αδιέξοδο, μέσα σε μια πόλη, τι σημαίνουν στη σημερινή εποχή τα διοικητικά προβλήματα που είναι συνδεδεμένα με την τεχνολογική επικοινωνία, τα νομικά προβλήματα, πως  μπορούν να αναπτυχθούν ερωτήματα που αφορούν την δημοκρατία. Μέσα από τεχνολογικά εργαστήρια, νέοι καλλιτέχνες, τεχνικοί εργάστηκαν πάνω σε θέματα όπως η γραφή, το υπερκείμενο, η τεχνολογία, η ψηφιακή εικόνα και αυτή του βίντεο, η ρομποτικ,. Στη συνέχεια φέρνοντας σε επαφή δύο γενιές, αυτή της τρίτης ηλικίας και πολύ νεώτερους και εστιάζοντας στους κατοίκους και όχι σ’ ένα κοινό, εργάστηκαν οι κάτοικοι των οποίων το μέλλον ήταν σ’ αυτή την ίδια την πόλη. Μια άλλη ομάδα με καλλιτέχνες και επιστήμονες προσανατολίστηκαν στο σώμα και στην τεχνολογία, στην κατασκευή των αντικειμένων. Η ιδέα ήταν ότι αφενός υπάρχουν καλλιτέχνες που έχουν ενδιαφέρον εργο, επιστήμονες που κάνουν έρευνα, αφετέρου ο πληθυσμός οφείλει να το γνωρίζει  και  να μπορεί να στέλνει, συγχρόνως πληροφορίες της γνώσης που έχει. Γι’ αυτό και αναπτύχθηκε ιδιαίτερα το φαντασιακό και η δημιουργία, ώστε να υπογραμμισθεί τι είναι τρόπος έκφρασης και με ποιο τρόπο μπορεί να επιτευχθεί. Μια εμπειρία πολύπλοκη και δύσκολη όταν κυρίως εμπλέκεται η πολιτική ενός Δήμου, του οποίου η σχέση με τους μετανάστες είναι μάλλον ακραία.

Η σχέση του με την σύγχρονη τέχνη, γνωρίζοντας την εις βάθος, είναι κριτική, λόγω της ευκολίας με την οποία ένας αριθμός καλλιτεχνών εκφράζεται. Αυτό που ζητάει ο ίδιος από την τέχνη είναι να υπάρχει μια άρρηκτη σχέση μεταξύ της έκφρασης και της γνώσης. Δεν μπορούμε, λέει ο ίδιος, στο όνομα μιας απελευθερωμένης έκφρασης και της σχέσης μεταξύ συγκίνησης και γνώσης να δημιουργούμε αντικείμενα τέχνης. Όσο για τον ρόλο των θεσμών στο χώρο της τέχνης σημειώνει ότι είναι προς συζήτηση και αναθεώρηση.

Joseph Beuys, Coyote: I Like America and America Likes Me, 1974

Joseph Beuys, Coyote: I Like America and America Likes Me, 1974

Όσο για την σχέση της βιολογίας με την τέχνη και τη ζωοτεχνία, παραθέτει ένα παράδειγμα, μέσα από μια μελέτη που έκανε με ένα εθνολόγο. Μας αναλύει την performance του Beuys με το κογιότ. Στόχος ήταν να αποδειχθεί η επικοινωνία ενός καλλιτέχνη με ένα άλλο ζωντανό οργανισμό, με το οποίο μέχρι τώρα δεν επικοινωνούμε παρά μονόδρομα. Η πρώτη πράξη που έθεσε ο Beuys, μετά από μια περίοδο όπου το ζώο αναπαραστάθηκε στη ζωγραφική ή έγινε αντικείμενο γλυπτικής, ήταν το θέμα ανταλλαγής εννοιών και νέου κώδικα. Η επίθεση που δέχεται ο Beuys από το κογιότ δεν είναι παραδείγματος χάρη μια επίθεση στον ίδιο τον καλλιτέχνη, αλλά μια επίθεση σε ένα δέρμα, μ’ αυτό τον τρόπο και μάλλον χωρίς να το ξέρει, έδωσε μια άλλη πλευρά επικοινωνίας και συμπεριφοράς άλλων οργανισμών. Ή ακόμα ο Κουνέλης με τα άλογα εισήγαγε επίσης ένα άλλο κοινό, αυτό του ζωϊκού κόσμου, το οποίο όμως λόγω της καλλιτεχνικής μας παιδείας και της κουλτούρας μας δεν μπορέσαμε να το δεχθούμε. Βέβαια εδώ τίθεται και το θέμα της γενετικής χειραγώγησης και κατά πόσο μπορούμε να τη δεχθούμε ως έργο τέχνης.

Όσο αφορά δε την έρευνα στα έμβια όντα αναφέρει ενδεικτικά ότι επιχειρεί μια θεωρητική σκέψη στη γέννηση της τεχνολογίας. Η πρώτη μεγάλη συζήτηση για τον ηλεκτρισμό, είναι μια συζήτηση που αφορά τη φυσιολογία. Διαπιστώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο ότι υπάρχει μια άμεση σχέση της βιολογίας με την τεχνολογία. Όλες οι συζητήσεις της τεχνολογίας εστιάζονται στην εξωτερίκευση. Αντίθετα ο Bec εστιάζει στον ακρωτηριασμό, δηλαδή εξετάζει την στιγμή όπου τα έμβια όντα απομακρύνονται από τον υδάτινο χώρο τους, ο τρόπος δονήσεων, ο προσανατολισμός και η δεκτικότητα της πληροφόρησης από τα μαγνητικά πεδία αλλάζει και χάνει αυτές τις δυνατότητες. Ή η ελαστικότητα του αέρα συμπληρωματικά με το νερό βοήθησε στην δημιουργία των ερτζιανών. Ο ακρωτηριασμός, σύμφωνα με τον Bec είναι ένα στοιχείο της τεχνολογίας η οποία σαφώς προέρχεται από κώδικες αλλά η καταγωγή της πηγάζει από τον κόσμο της βιολογίας. Η αφετηρία της σκέψης του είναι ότι ενώ ερευνούμε το πως είναι η ζωή δεν ερευνούμε το πως θα μπορούσε να είναι. Και τελειώνοντας συμπληρώνει ότι ενώ μιλάμε για διαφορετικές κουλτούρες, αγνοούμε πλήρως το πως ζουν, σκέπτονται αυτές οι διαφορετικές κουλτούρες, πως είναι λοιπόν δυνατόν να μιλήσουμε και να επικοινωνήσουμε πραγματικά με άλλες κουλτούρες.