Πέρα από την ύλη: Μια ψηφιακή επανάσταση στη ζωή, την τέχνη και το λόγο | ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

engish

Η ζωή μας πίσω από μια φωτεινή οθόνη: οι φωτογραφίες, τα βιβλία, η μουσική… πράγματα που παλαιότερα χρωμάτιζαν τον προσωπικό μας χώρο, απηχώντας στιγμές του παρελθόντος ή αντανακλώντας την προσωπικότητα και το γούστο, τώρα στοιβάζονται στα απειροελάχιστα τετραγωνικά χιλιοστά της μνήμης του σκληρού δίσκου. Πολλαπλασιάζονται ακέραια, αλλάζουν θέση με ένα κλικ, μετατρέπονται με προγράμματα ή διαγράφονται για πάντα χωρίς να αφήσουν ίχνος· ο θόρυβος της σκόνης πάνω στα κανάλια του δίσκου, η μυρωδιά του καινούριου βιβλίου, το κιτρινισμένο χαρτί στις παλιές φωτογραφίες, είναι εμπειρίες ολοένα και πιο μακρινές μέσα σε αυτό τον κόσμο της απειροελάχιστης ύλης.

Ακολουθώντας την αντίστοιχη διαδρομή, το καλλιτεχνικό αντικείμενο φεύγει από τα μουσεία και τις αίθουσες τέχνης, από τα σαλόνια των λίγων και εκλεκτών και γίνεται εικόνα στην επιφάνεια εργασίας, αποθηκευμένο αρχείο, δεδομένο που ρέει στο διαδίκτυο και είναι στην διάθεση του κάθε χρήστη, που μπορεί να του αλλάξει τη μορφή.

Η τέχνη γίνεται πιο προσβάσιμη από ποτέ. Πολύ περισσότερο τη στιγμή που πολλά έργα τέχνης δημιουργούνται εξ αρχής στον υπολογιστή και προορίζονται γι αυτόν, χωρίς να βγουν ποτέ από τα όρια του άυλου. Έργα που χωρίς να αποκτήσουν ποτέ υλικότητα μεταφέρονται μέσα από το internet και συναντούν το κοινό, αλλάζοντας μορφή μέσα από την αλληλεπίδραση με αυτό. Με άλλα λόγια, κάθε έργο τέχνης -είτε έχει υλική υπόσταση είτε όχι- έχει μετατραπεί σε κάτι προσιτό και καθημερινό.

Η καθημερινότητα χάνει την υλικότητά της: Εξαϋλωμένα αντικείμενα, εξομοιωμένες εμπειρίες και εικονικές ταυτότητες

Από την άλλη, παρόλο που βρίσκονται ανά πάσα στιγμή στη διάθεσή μας, όλα αυτά τα ψηφιακά δεδομένα διαφεύγουν των αισθήσεών μας. Ένας υπολογιστής μεταφράζει κάθε είδος πληροφορίας σε αριθμητικά δεδομένα, το σώζει και έπειτα το αναπαράγει σε μια φόρμα κατανοητή, που θυμίζει φωτογραφία, κινούμενη εικόνα ή τυπωμένο κείμενο.

Όμως, μια ψηφιακή φωτογραφία -ή κατ’ αντιστοιχία ένα ψηφιακό βίντεο- είναι πολύ διαφορετική από μια αναλογική: δεν είναι η καταγραφή του φωτός σε φιλμ, αλλά μια σύνθεση στοιχείων που ονομάζουμε “pixel”˙ τα pixel αντιστοιχούν σε αριθμητικές αξίες σύμφωνα με τη θέση τους στην εικόνα και το χρώμα τους .

Με άλλα λόγια, δεν έχουμε μια αντιγραφή ή καταγραφή της πραγματικότητας, αλλά μια ανασύνθεση του ορατού:

“Μια ψηφιακή εικόνα δεν αναπαριστά ένα οπτικό ίχνος όπως η φωτογραφία, αλλά παρέχει ένα λογικό μοντέλο της οπτικής εμπειρίας. Έχει τη δομή της γλώσσας: λογικές διεργασίες αλγορίθμων μέσα από τις οποίες τα δεδομένα ενορχηστρώνονται σε ορατή μορφή”[1].

Με παρόμοιο τρόπο προκύπτουν οι εξομοιωμένες εμπειρίες της εικονικής πραγματικότητας: μαθηματικοί κώδικες αναπαράγουν έναν φυσικό χώρο ή δημιουργούν έναν εξ’ ολοκλήρου φανταστικό ψηφιακό κόσμο. Τα e-mail, τα forum, τα video παιχνίδια και κάθε σελίδα του internet που απαιτεί τη συμμετοχή του χρήστη μας εισάγει σε έναν ψηφιακό κόσμο εξομοίωσης. Μέσα σε αυτόν μπορούμε να έχουμε καθημερινές εμπειρίες -όπως συζητήσεις με φίλους- ή να ξεφύγουμε από τα όρια του πραγματικού και του επιτρεπτού πετώντας, διασχίζοντας τοίχους ή σκοτώνοντας.

Ρέοντα σώματα, μάσκες, εικόνες, ψευδαισθήσεις δημιουργούν έναν εύπλαστο κόσμο, όπου η ύλη έχει αντικατασταθεί από κώδικες, που μπορούν να μετατραπούν ανά πάσα στιγμή.

Μέσα σε αυτόν, ο καθένας από εμάς έχει μια εικονική ταυτότητα, που αποτελείται από το προφίλ μας στα network, τη συμμετοχή μας στα forum, την ανταλλαγή απόψεων στα blog, τη συμμετοχή σε on line παιχνίδια ή έργα Internet art.

Με άλλα λόγια, η φυγή προς το άυλο πεδίο της εικονικής πραγματικότητας δεν είναι μια πολιτισμική αλλαγή που συντελείται κάπου μακριά από εμάς, σε μουσεία και επιστημονικά συνέδρια, αλλά μέσα στην καθημερινή ζωή μας. Κάθε χρήστης ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι εξοικειωμένος με ψηφιακές εικόνες, βίντεο και ψηφιακά κείμενα, hypertext σαν αυτό που διαβάζετε αυτή τη στιγμή.


Δυαδικός Κώδικας

Ο κώδικας είναι ποίηση: Η πορεία της τέχνης προς το άυλο μέσω της τεχνολογίας

Από το αντικείμενο στην ιδέα: είναι η τροχιά που διήνυσε η εικαστική κουλτούρα κατά τον εικοστό αιώνα, μέχρι να φτάσει στους ψηφιακούς κόσμους του σήμερα. Τι χάθηκε στην πορεία; Αυτό που ο Benjamin ονομάζει “αύρα του αντικειμένου”[2], η μοναδικότητά τουi. Για τον Benjamin αυτή η ρήξη με την παράδοση δεν ήταν κάτι το αρνητικό, αλλά ένα άνοιγμα σε νέες δυνατότητες.

Και το πέρασμα από την ύλη στο άυλο, από το απτό στο ψηφιακό, ανοίγει τις δυνατότητες αυτές στο άπειρο, καθώς κάθε έργο που έχει ως βάση του τον ηλεκτρονικό υπολογιστή -συνεπώς στους κώδικες- μπορεί να υποστεί άπειρες μεταμορφώσεις, όπως θα δούμε.

Είναι ένας νέος δρόμος προς το άυλο, κάπως διαφορετικός από τα πειράματα των καλλιτεχνών της conceptual art κατά τη δεκαετία του 1960: για εκείνους, η φυγή από το πεδίο της ύλης ταυτίζονταν με μια φυγή προς τον κόσμο των ιδεών.

Η αναζήτηση της σχέσης του έργου τέχνης με τον κόσμο των ιδεών είναι, όπως γνωρίζουμε, ένα ζήτημα πολύ παλιό – που απαντά και στην Πολιτεία του Πλάτωνα. Ο εξοστρακισμένος από την ιδανική πολιτεία καλλιτέχνης ξαναβρίσκει το δρόμο του προς αυτήν στρεφόμενος από την αναπαράσταση στην ιδέα.

Σύμφωνα με τον Sol Le Witt, έναν από τους πιο γνωστούς καλλιτέχνες της conceptual art

“Η ιδέα ή η το concept είναι η πιο σημαντική άποψη του έργου˙ η ιδέα γίνεται η μηχανή που παράγει το έργο”[3]. Για τον Yves Klein το κενό του άυλου σημαίνει ελευθερία, ανοιχτό και απεριόριστο χώρο και ανύψωση, δηλαδή ρήξη με τα όρια που θέτει ο πραγματικός κόσμος[4].

Αν οι καλλιτέχνες της δεκαετίας του 1960 μπορούσαν να ξεφύγουν από το πεδίο της ύλης μονάχα πορευόμενοι προς την Ιδέα, σήμερα οι δυνατές κατευθύνσεις είναι πολύ περισσότερες. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες μπορούν να γευτούν αυτό τον άπειρο και ανοιχτό χώρο για τον οποίο μιλούσε ο Klein μέσα στους εικονικούς κόσμους. Η ψηφιακή τεχνολογία τους επιτρέπει να χρησιμοποιούν την εικόνα και το βίντεο χωρίς όρια, γιατί πίσω από το ψηφιακό δεν υπάρχει η ύλη, αλλά ο κώδικας. Και θεωρητικά ο κώδικας δεν έχει όρια· τα μόνα όρια είναι η φαντασία και οι νοητικές ικανότητες του ατόμου που τον γράφει.

Γι’ αυτό το λόγο υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες που γράφουν τα προγράμματα software που πραγματοποιούν τα έργα τους. Ο καλλιτέχνης-προγραμματιστής είναι μια φιγούρα που κατά πάσα πιθανότητα θα συναντάμε όλο και πιο συχνά στο μέλλον, όπως και ο συγγραφέας-προγραμματιστής[5]. “Ο κώδικας είναι ποίηση”[6], δημιουργία…

Μια μορφή καλλιτέχνη-προγραμματιστή είναι ο Scott Snibbe. Με σπουδές στις Καλές Τέχνες και την πληροφορική, ειδικεύεται σε έργα “interactive art”, δηλαδή έργα που απαιτούν τη συμμετοχή του κοινού για να πάρουν μορφή και ζωή. Οι επισκέπτες στις εγκαταστάσεις του Snibbe καλούνται να αλληλεπιδράσουν με έναν υπολογιστή που παράγει εικόνες, με τους άλλους επισκέπτες και το φυσικό τους περιβάλλον. Αυτό τους βοηθά να διασχίζουν επανειλημμένα τα όρια μεταξύ του πραγματικού και του εικονικού, να αποκτούν επίγνωση του σώματός τους, να ανοίγονται στον περιβάλλοντα χώρο και να ενσωματώνονται στον κοινωνικό τους κύκλο.

Για παράδειγμα, το έργο “Κοινωνικό φως” (2008) είναι η εγκατάσταση ενός software, το οποίο προβάλλει ακτίνες φωτός σε μια οθόνη. Όταν μπαίνει ο θεατής ανάμεσα στον προβολέα και την οθόνη, η σκιά του αλλάζει την κατεύθυνση του φωτός, το αναλύει στα χρώματα του ουράνιου τόξου σαν να ήταν πρίσμα, και τα χρώματα αλλάζουν ανάλογα με τις κινήσεις του. Οι εικόνες που δημιουργούνται στη συνέχεια προβάλλονται στο Internet σε μορφή βίντεο.

Ποιο είναι το έργο τέχνης; Είναι το software που δημιούργησε ο καλλιτέχνης ειδικά για την εγκατάσταση, είναι η συμμετοχή των επισκεπτών ή τα βίντεο που ανεβαίνουν στο internet; Ένα από τα χαρακτηριστικά της Interactive Art και Internet Art είναι ότι δεν έχει όρια και ότι ποτέ δεν παίρνει μια οριστική μορφή, παρά μένει ανοιχτή σε άπειρες μεταμορφώσεις. Επίσης σημαντική αναδεικνύεται η συμμετοχή του κοινού, που συχνά μπαίνει στο έργο μέσα από το Ιnternet και δίνει μορφή και ζωή στο έργο. Συνεπώς, τα όρια μεταξύ καλλιτέχνη και κοινού καθίστανται ασαφή.

Αντίστοιχα, στο πεδίο της γραφής η ψηφιακή τεχνολογία έχει αλλάξει τις δεδομένες ισορροπίες μεταξύ συγγραφέα και κοινού.


CLICK on images to view videos from Snibbe’s Social Light

Προς ένα “ιδανικό κείμενο”: Το hypertext αλλάζει τη γραφή και τη σκέψη

Σήμερα είμαστε τόσο εξοικειωμένοι με το hypertext, που δεν χρειάζονται ιδιαίτερη ανάλυση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του: το ότι δεν έχει σαφώς ορισμένη την αρχή και το τέλος -δηλαδή μας επιτρέπει να “μπούμε” και να “βγούμε” μέσα από διάφορες “εισόδους/εξόδους”- και το ότι έχει “hyperlinks” (συνδέσμους) που μας μεταφέρουν σε άλλα κείμενα. Είναι δύσκολο όμως να φανταστούμε ότι,πολύ πριν η τεχνολογία επιτρέψει την ανάπτυξη του hypertext, θεωρητικοί της φιλοσοφίας και της πληροφορικής είχαν οραματιστεί ένα κείμενο με αυτά τα χαρακτηριστικά. Προτού δούμε το πώς το hypertext έχει αλλάξει τον τρόπο που γράφουμε και σκεφτόμαστε, αξίζει να δούμε μερικά από τα οράματα αυτά.

Οι πρώτες νύξεις για ένα κείμενο με αυτά τα χαρακτηριστικά απαντούν σε ένα άρθρο του Vannevar Bush του 1945 με τίτλο “As we may think”[7]. Σε αυτό το άρθρο ο Bush προβλέπει πολλά από τα άλματα της τεχνολογίας, όπως τον προσωπικό υπολογιστή, το Internet, τον Παγκόσμιο Ιστό και το hypertext. Σύμφωνα με αυτόν, ένα κείμενο με τα χαρακτηριστικά που έχει σήμερα το hypertext είναι ο πιο άρτιος τρόπος για να γράφει κανείς, γιατί, όπως και το ανθρώπινο μυαλό, λειτουργεί μέσω συσχετισμών -σε αντιδιαστολή με την αλφαβητική ή ιεραρχική ταξινόμηση που συναντάμε στα ευρετήρια. Όταν το μυαλό συλλαμβάνει μια έννοια ή μια ιδέα, ανακαλεί την πιο σχετική ιδέα που γνωρίζει και έτσι προχωράει στην επόμενη σκέψη, που είναι στενά συνδεδεμένη με την προηγούμενη.

Επιπλέον, για τον Bush η ανάγνωση είναι μια διαδικασία ενεργή: αυτό σημαίνει ότι ενόσω διαβάζουμε καλούμαστε να προσθέσουμε τις σκέψεις και τις αντιδράσεις μας στα κείμενα που διαβάζουμε. Γι’ αυτό οραματίστηκε ένα εικονικό κείμενο που θα επέτρεπε τον αναγνώστη να προσθέτει τα σχόλιά του στο αρχικό κείμενο -κάτι που σήμερα είναι εφικτό στις online εφημερίδες και τα blog.

Ο όρος “hypertext” εισήχθη το 1963 από τον Ted Nelson, φιλόσοφο και σημαντική μορφή της πληροφορικής. Από το 1960 κιόλας, πολύ πριν την εμφάνιση των τεχνολογικών μέσων που θα οδηγούσαν στη δημιουργία του, ο Nelson άρχισε να πειραματίζεται με μια μορφή software για την ανάγνωση κειμένων, που θα επέτρεπε τον συγγραφέα να εισάγει ένα έγγραφο μέσα σε ένα άλλο έγγραφο μέσα από ένα σύνδεσμο -το οποίο στην γλώσσα της πληροφορικής ονομάζεται transclusion· αυτό το software θα επέτρεπε τον αναγνώστη να επιλέξει τον δικό του δρόμο μέσα σε ένα κείμενο, χωρίς να περιορίζεται από μια προκαθορισμένη πορεία με αρχή, μέση και τέλος.

Λίγα χρόνια αργότερα ο Andries Van Dam, ειδικός στην πληροφορική -και συνεργάτης του Nelson, εισήγαγε το πρώτο σύστημα hypertext, τον πρόγονο του HTML και των συστημάτων που χρησιμοποιούνται σήμερα.

Πέρα από την πληροφορική, θεωρητικοί της φιλοσοφίας όπως ο Roland Barthes, ο Jacques Derrida και ο Michel Foucault είχαν οραματιστεί ένα κείμενο με τα χαρακτηριστικά του hypertext[8].

Ο Roland Barthes, στο βιβλίο του S/Z δίνει τα χαρακτηριστικά ενός ιδανικού κειμένου μέσα στο οποίο

“τα δίκτυα είναι πολλά και σχετίζονται μεταξύ τους, χωρίς το ένα να υπερβαίνει το άλλο· αυτό το κείμενο είναι ένας γαλαξίας σημαινόντων και όχι μια δομή σημαινόμενων· δεν έχει αρχή· είναι αναστρέψιμο· μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτό μέσα από πολλές εισόδους, από τις οποίες καμία δεν είναι η κύρια”[9].

Παρομοίως, ο Michel Foucault και ο Jacques Derrida αναφέρουν στα κείμενά τους όρους σχετικούς με το hypertext, όπως σύνδεσμοι, δίκτυα, ιστός κτλ.[10]

Πολλές δεκαετίες αργότερα η τεχνολογία υλοποίησε αυτά τα οράματα. Με τη βοήθεια του hypertext ο αναγνώστης μπορεί να ακολουθεί τους συνδέσμους και να εγκαταλείπει το αρχικό άρθρο, να διαβάζει μια παραπομπή και έπειτα να ξαναγυρίζει σε αυτό ή όχι. Αυτό που ήταν τυπωμένο στο περιθώριο ως “υποσημείωση”, ένα κείμενο δευτερεύων, τώρα έχει την ίδια αξία με το “κύριο” κείμενο, γιατί παρουσιάζεται ως ένα πλήρες κείμενο[11].

Η αλλαγή που εισήγαγε το hypertext στον πολιτισμό διεθνώς θεωρήθηκε τόσο δραστική, ώστε χαρακτηρίστηκε ως η μεγαλύτερη ανακάλυψη στο χώρο της γραφής μετά την επινόηση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο. Αν η τυπογραφία έκανε το βιβλίο προσιτό σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα -γιατί την εποχή εκείνη μόνο οι ανώτερες τάξεις είχαν πρόσβαση στα βιβλία- τώρα πια το hypertext μπορεί να βοηθήσει στην ακόμα πιο γρήγορη διάδοση της γνώσης.

Επιπλέον, καθένας μπορεί να εκδώσει τα κείμενά του εύκολα και να μοιραστεί τις σκέψεις του με άλλους αναγνώστες. Έτσι, κάθε αναγνώστης γίνεται εν δυνάμει συγγραφέας και πολύ συχνά η διαφοροποίηση μεταξύ αναγνώστη και συγγραφέα καταργείται. Για μια ακόμα φορά επιστρέφουμε στο όραμα του Roland Barthes για το ιδανικό κείμενο:

“Ο στόχος ενός λογοτεχνικού έργου είναι να μετατρέψει τον αναγνώστη από καταναλωτή σε δημιουργό του κειμένου. Η λογοτεχνία μας χαρακτηρίζεται από έναν ανελέητο διαχωρισμό ανάμεσα στον δημιουργό του κειμένου και τον χρήστη του, ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη του. Έτσι ο αναγνώστης βυθίζεται σε αυτή την νωθρότητα […]: αντί να αποκτήσει πρόσβαση στη μαγεία του σημαίνοντος, την απόλαυση του γραψίματος, δεν του μένει τίποτα άλλο από την περιορισμένη ελευθερία είτε να αποδεχτεί είτε να απορρίψει το κείμενο: η ανάγνωση δεν είναι τίποτα άλλο από ένα δημοψίφισμα”[12].

Αντιθέτως, το hypertext απαιτεί έναν ενεργό αναγνώστη, που βρίσκεται αντιμέτωπος με διάφορες επιλογές: από την απλή αλλαγή του μεγέθους της γραμματοσειράς, μέχρι την περιπλάνηση στους συνδέσμους που δίνει ο συγγραφέας, την αναζήτηση παρομοίων θεμάτων στο Internet και τη συγγραφή των δικών του σχολίων πάνω στο αρχικό κείμενο.

Η απάντηση που δίνει ο κάθε αναγνώστης στο αρχικό κείμενο, είτε είναι στην προσωπική του σελίδα είτε σε ένα blog, ταξινομείται από τις μηχανές αναζήτησης του internet σύμφωνα με το περιεχόμενό της. Έτσι, αν ένας άλλος αναγνώστης αναζητήσει στο Google το αρχικό κείμενο, θα βρει και τα σχόλια των αναγνωστών στα διάφορα blog. Με αυτό τον τρόπο, τα σχόλια αποκτούν την ίδια σχεδόν βαρύτητα με το αρχικό κείμενο και κάθε γνώμη μπορεί να πυροδοτήσει διάλογο και ανταλλαγή απόψεων πάνω στο αρχικό κείμενο.

Αυτή είναι η βάση των blog, όπου ο κάθε χρήστης του internet μπορεί να δημοσιεύσει προσωπικά άρθρα, σκέψεις, συνδέσμους προς άλλα κείμενα ή βίντεο που τον ενδιαφέρουν, κριτικές ταινιών, ειδήσεις, κάθε είδους πληροφορίες. Μέσα από τα σχόλια και τους συνδέσμους γεννιέται μια εικονική κοινότητα με κοινά ενδιαφέροντα, όπου τα όρια μεταξύ αναγνώστη και συγγραφέα έχουν καταργηθεί -ο κάθε αναγνώστης είναι και συγγραφέας, προσεγγίζοντας έτσι το πρότυπο που είχε ορίσει ο Barthes.

Τα blogs και το twitter έφεραν στο προσκήνιο ένα νέο είδος λογοτεχνίας, που ονομάστηκε “μικροφιλολογία”.

Από την άλλη, το γεγονός ότι σε μια σελίδα του παγκόσμιου ιστού μπορούμε να συναντήσουμε διαφορετικά είδη δεδομένων -κείμενο, ήχο, εικόνα, βίντεο- γεννά ένα νέο διάλογο μεταξύ των επιστημών, που στο μέλλον θα επηρεάσει τον τρόπο που δημιουργείται, διαδίδεται και αποκτιέται η γνώση.

Επιστρέφοντας όμως στο σημείο απ’ όπου ξεκινήσαμε, την πορεία από την ύλη στο άυλο, βλέπουμε ότι μια από τις συνέπειες του ψηφιακού κειμένου είναι ότι η γραφή παύει να αποτελείται από σημεία πάνω σε μια φυσική επιφάνεια[13]. Το κείμενο που διαβάζουμε στην οθόνη του υπολογιστή είναι μια σειρά από κώδικες, που παίρνουν τη μορφή κειμένου όση ώρα έχουμε το αρχείο ανοιχτό. Το hypertext είναι πάντοτε ένα “εικονικό κείμενο” που απαιτεί τη μεσολάβηση ενός software, ώστε να πάρει τη μορφή συμβατικού κειμένου στην οθόνη μας. Όταν σβήνουμε τον υπολογιστή το κείμενο εξαφανίζεται από μπροστά μας και υπάρχει πια μονάχα ως απειροελάχιστη ύλη, ως ηλεκτρόνια, στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή ή στο internet.
Με άλλα λόγια το hypertext έχει μια φυσική υπόσταση που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις.

Ως αποτέλεσμα, ένα ψηφιακό κείμενο δεν είναι ποτέ κάτι το απτό και σταθερό· ο συγγραφέας μπορεί να προσθέσει νέες ιδέες ή να το σβήσει. Επιπλέον, καθένας μπορεί να το αντιγράψει και να το αποκτήσει σχεδόν χωρίς κόστος. Έτσι, προκύπτουν σημαντικές αλλαγές σε διάφορες πτυχές του πεδίου της διανόησης, όπως στην πνευματική ιδιοκτησία και στην αντίληψη του κειμένου ως κάτι σταθερό με αρχή, μέση και τέλος.


Ted Nelson, Computer Lib (Double Front Cover)

Σε ό,τι αφορά την τελευταία αντίληψη, πολλοί συγγραφείς επιχείρησαν στο παρελθόν να την αμφισβητήσουν. Για παράδειγμα, το βιβλίο του Ted Nelson Computer Lib[14] ήταν τυπωμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε είχε δύο εμπροσθόφυλλα -άρα δεν υπήρχε αρχή ή τέλος. Άλλο παράδειγμα είναι Το κουτσό του Julio Cortázar[15]· σε αυτό ο αναγνώστης μπορεί να ακολουθήσει δύο εναλλακτικούς δρόμους ανάγνωσης, μία από την αρχή ως το τέλος και μια δεύτερη που υποδεικνύει ο συγγραφέας και που δεν ακολουθεί τη σειρά με την οποία είναι τυπωμένα τα κεφάλαια.

Όμως, η υλικότητα του χαρτιού δεν άφηνε τα βιβλία αυτά να ανοιχτούν σε άπειρες δυνατότητες ανάγνωσης· αντίθετα το hypertext δεν θέτει κανένα όριο στο γραπτό κείμενο και στην ελευθερία του αναγνώστη να ακολουθήσει οποιοδήποτε δρόμο ανάγνωσης. Μια γεύση αυτής της ελευθερίας αποκτάμε μέσα από το Intimate diary of a killer του Alexander de Querzen[16].

Ο De Querzen αποφάσισε να εκδώσει το βιβλίο του αποκλειστικά σε hypertext. Το βιβλίο είναι το ημερολόγιο ενός μανιακού δολοφόνου, του Simon. Αν και φαινομενικά ακολουθεί την γνώριμη μορφή ενός λογοτεχνικού κειμένου, στην πραγματικότητα βρισκόμαστε μπροστά σε κάτι καινούριο: το βιβλίο δεν έχει αρχή, μέση και τέλος. Κάθε φορά που μπαίνουμε στην αρχική σελίδα ή κάθε φορά που την ανανεώνουμε η σειρά των κεφαλαίων αλλάζει. Επιπλέον, δεν γνωρίζουμε αν αυτό που έχουμε στην οθόνη μας είναι ολόκληρο το “ημερολόγιο” ή ένα κομμάτι του. Ενισχύοντας αυτή την αβεβαιότητα, ο συγγραφέας έχει προσθέσει νέες σελίδες στο βιβλίο κατά τα τελευταία δύο χρόνια και πάντοτε αφήνει την εξέλιξη της ιστορίας ανοιχτή.

Το κύριο κείμενο συμπληρώνει εικαστικό υλικό[17] και, ειρωνικά, κάποιες σελίδες που έχουν τη μορφή χειρογράφου -μια αναφορά στην πρώτη μορφή γραφής μέσα στο πλαίσιο της πιο εξελιγμένης τεχνολογίας. Είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στον συγγραφέα και τον αναγνώστη, και όχι το μοναδικό: Καθοριστικό στοιχείο της μορφής του βιβλίου είναι ότι ο De Querzen “λογοκρίνει” κάποια κομμάτια του κειμένου με μαύρες ή κόκκινες γραμμές. Αν ο αναγνώστης μετακινήσει το ποντίκι πάνω από το κόκκινο, αποκαλύπτεται η περιγραφή κάποιας ερωτικής σκηνής. Αν το μετακινήσει πάνω από το μαύρο, αποκαλύπτεται η αφήγηση μιας σκηνής ακραίας βιαιότητας.[Κάντε ΚΛΙΚ στους συνδέσμους

Αυτό σημαίνει ότι το βιβλίο απαιτεί έναν ενεργό αναγνώστη, που ψάχνει την σειρά της ιστορίας ακολουθώντας ίχνη που με δυσκολία φαίνονται· έναν αναγνώστη που αποφασίζει αν θέλει ή όχι να βυθιστεί σε μια ωμή και βίαιη πραγματικότητα διαβάζοντας πίσω από τις “λογοκριμένες” γραμμές. Ένα κλείσιμο του ματιού: ποιος μπορεί να αντισταθεί και να μην κρυφοκοιτάξει το σκοτάδι;

Είναι σημαντικό να διευκρινίσουμε ότι οι καινοτομίες αυτές στη μορφή του βιβλίου αποτελούν επινόηση του ίδιου του συγγραφέα· ο Alexander De Querzen είναι ένας συγγραφέας-προγραμματιστήςvii, πράγμα που του δίνει τη δυνατότητα να δημιουργήσει ένα κείμενο στο οποίο η μορφή και το περιεχόμενο είναι άρρηκτα δεμένες μεταξύ τους.

Το Intimate Diary of a Killer δείχνει πώς το hypertext επιτρέπει την υλοποίηση των ιδεών του Ted Nelson για ένα κείμενο χωρίς αρχή και τέλος και του Roland Barthes για ένα ιδανικό κείμενο που δίνει ελευθερία και πρωτοβουλία στους αναγνώστες.


CLICK on the image to go to Alexander De Querzen’s Intimate Diary of A killer. Image published courtesy of Alexander de Querzen

Οι ψηφιακοί κόσμοι που ανοίγονται μπροστά μας, όποιο και να είναι το περιεχόμενό τους -κείμενα, τέχνη, καθημερινή επαφή- απαιτούν τη συμμετοχή μας. Μας μεταφέρουν σε έναν σύμπαν απειροελάχιστης ύλης, όπου απλά ηλεκτρόνια μετατρέπονται μέσα από πολύπλοκους κώδικες σε κόσμους πάντα γνώριμους και πάντα άπιαστους. Παρά τα πολύπλοκα software που απαιτούνται για να μετατραπεί ο κώδικας σε μια αναγνωρίσιμη πραγματικότητα στην φωτεινή οθόνη, ο πιο σημαντικός καταλύτης για να βιώσουμε αυτούς τους κόσμους βρίσκεται πέρα από την τεχνολογία: είναι η σκέψη και η φαντασία μας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] George Legrady, “Image, Language and Belief in Synthesis”, Art Journal, 1990.

[2] Walter Benjamin, “Das Kunstwerk im Zeitalter seiner technischen Reproduzierbarkeit”, Zeitschrift für Sozialforschung, 1935

[3] Sol Le Witt, “Paragraphs on Conceptual Art”, Artforum 5, no.10 June 1967, p.79.

[4] Χριστίνα Γραμματικοπούλου, “Βουτιά στο κενό: Οι ήρωες του Wim Wenders και ο Yves Klein μετεωρίζονται”, Interartive # 5, Δεκέμβριος 2008. http://interartive.org/2008/12/leap-into-the-void

[5] These terms are mine. I introduced them in order to define artists or authors who create the appropriate software or webpage interface that materializes their artwork or text. As examples of such creators I mention here Scott Snibbe (artist-programmer) and Alexander De Querzen (author-programmer).

[6] “Code is poetry” είναι το μότο του WordPress.org, που είναι ένα Content Management System

[7] Vannevar Bush, “As we may think”, The Atlantic, July 1945. Μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο online: http://www.theatlantic.com/doc/194507/bush

[8] George P. Landow, Hypertext 3.0: Critical theory and new media in an era of globalization, The Johns Hopkins University Press, Baltimore 2006, p.10.

[9] Roland Barthes, S/Z, 1974, p.5

[10] Landow, op.cit., p.52.

[11]Landow, ibid. p.8.

[12] Barthes, op.cit., p.4.

[13] Landow, op.cit., p.34.

[14] Theodor H. Nelson, Computer Lib, South Bend, Indiana 1974

[15] Julio Cortázar, Rayuela, Paris 1963

[16] Alexander De Querzen, Intimate Diary of A Killer, δημοσιεύεται on line από το 2005 και εξής στη διεύθυνση http://www.intimatediaryofakiller.com

[17] Όπως, για παράδειγμα, τα “Χειρόγραφα του Simon” που αναφέρονται εδώ και το design που είναι του ίδιου του συγγραφέα.