Ένας πρωταγωνιστικός ρόλος για το κοινό: Οι ηχητικές προκλήσεις και οι εικαστικές αντανακλάσεις της Kim Gordon | ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΟΠΟΥΛΟΥ

english


Kim Gordon stepping onto a base guitar, 1991 photo by Rien Post

Οι περισσότεροι άνθρωποι πιστεύουν ότι όταν ακούνε ένα μουσικό κομμάτι, δεν κάνουν κάτι αλλά τους κάνουν κάτι. Τώρα, αυτό δεν είναι αλήθεια, και πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τη μουσική μας, πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την τέχνη μας, πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε τα πάντα, πιστεύω, ώστε να καταλάβει ο κόσμος ότι είναι οι ίδιοι που το κάνουν, και όχι ότι κάποιος άλλος τους κάνει κάτι.

John Cage, 1962[1]

Στροβιλιζόμενα όνειρα και αγγελικά φτερά
Σκισμένο τζιν και ανόητο χαμόγελο

Καίγομαι στη νύχτα
Τόσο ωραία, τόσο καλά
Η δύναμη των άστρων πάνω μου…

Kim Gordon, 1986[2]

Star power… over me

Από τη μελωδία στο θόρυβο, από τον ήχο στο χρώμα, από το πανκ στο κλασικό και από συναυλίες γεμάτες ένταση σε ήρεμες αίθουσες μουσείου: η Kim Gordon, αψηφώντας τα όρια και τις αποστάσεις, διαχέει τη δημιουργία της στο χώρο και το χρόνο αφήνοντας στριγκούς ήχους στο μυαλό και αστρόσκονη στα παπούτσια.

Δύσκολα μπορεί ο θεατής να δει το έργο της ξεχωριστά από τα προσωπικά του βιώματα που κύλησαν μέσα από τα αυλάκια των δίσκων του συγκροτήματός της, των Sonic Youth, και το παραλήρημα που έζησε στις συναυλίες τους. Όμως, θα επιχειρήσουμε να δούμε το έργο της πέρα από το μύθο της, σε συνάρτηση με το πλαίσιό του: έχοντας στο νου την πειραματική μουσική και τις εικαστικές πρωτοπορίες του 20ού αιώνα, θα τονίσουμε κάποια σημαντικά στοιχεία για τους Sonic Youth και τη σχέση τους με την εικαστική Avant Garde, για να καταλήξουμε σε έργα της Kim Gordon που έχουν ως επίκεντρο το κοινό.

Ας ξεκινήσουμε από τη βάση: τον ήχο.


Kim Gordon on stage, 2008, photo by Pixxiestails

Ήχος και εικόνα, εφήμερο και τέχνη: o John Cage αφουγκράζεται το κοινό

Ο ήχος βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το χρόνο και το χώρο: έχει συγκεκριμένη διάρκεια και επηρεάζεται από τον περιβάλλοντα χώρο. Γεννιέται από την ύλη και εξαρτάται άμεσα από αυτήν: σε έναν άδειο χώρο θα χτυπήσει στον τοίχο και θα γυρίσει πίσω ως ηχώ· σε ένα χώρο γεμάτο με ανθρώπους θα αλλοιωθεί από την πρόσκρουση στα σώματά τους ή θα χαθεί κάτω από τους θορύβους και τις φωνές τους.

Με τη σειρά του, ο ήχος μπορεί να επηρεάσει αυτούς που αγγίζει: καθώς μπαίνει μέσα στα σώματα ξυπνάει μνήμες άλλων ήχων -χαμένων πια- και ερεθίζει τη σκέψη, τα συναισθήματα και τις αισθήσεις· αντιστρόφως, πηγάζοντας από τον εσωτερικό κόσμο αυτού που τον παράγει, ένας ήχος διαδίδει ιδέες ή συναισθήματα με τη μορφή της φωνής ή της μουσικής. Μια φωνή μπορεί να καθηλώσει· ένα μουσικό κομμάτι μπορεί να συνεπάρει -και όταν πρόκειται για τους δυνατούς ήχους μιας ροκ συναυλίας, ο ρυθμός κατακλύζει και δονεί όλο το σώμα.

Είναι φανερό ότι στο πεδίο του ήχου οι ρόλοι του υποκειμένου που παράγει το ηχητικό ερέθισμα και του αντικειμένου που το δέχεται είναι αλληλένδετοι και εναλλάσσονται: ο ακροατής είναι δυνάμει ερμηνευτής και αντίστροφα. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε το κεντρικό σημείο όπου διασταυρώθηκαν τα ρεύματα της μουσικής και εικαστικής πρωτοπορίας στα μέσα του 20ού αιώνα.

Η στροφή από το καλλιτεχνικό αντικείμενο στο περιβάλλον και το δρώμενο σήμαινε μια διαφορετική στάση απέναντι στο έργο τέχνης: ενώ πριν αυτό που μετρούσε ήταν το ένα και μοναδικό αντικείμενο και η «καλλιτεχνική μεγαλοφυΐα» που το δημιούργησε, τώρα το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στις διαφορετικές όψεις του ίδιου γεγονότος και στην προσωπική εμπειρία που αποκομίζει ο θεατής όταν βρίσκεται μέσα σε ένα περιβάλλον ή μπροστά από ένα δρώμενο. Μια installation καταλαμβάνει χώρο -τον ζωτικό χώρο όπου κινείται το κοινό· έτσι το κοινό γίνεται κομμάτι του έργου, του οποίου η μορφή αλλάζει συνεχώς, καθώς το κοινό πάει και έρχεται. Μια performance λαμβάνει χώρα σε συγκεκριμένο χρόνο -μετά την πάροδό του υπάρχει μονάχα στη μνήμη του κοινού· οποιαδήποτε καταγραφή της έχει το χαρακτήρα τεκμηρίωσης και δεν αποτελεί κομμάτι του αρχικού έργου τέχνης.

Δεν είναι μονάχα η εικαστική Avant Garde που αγκαλιάζει το εφήμερο: για τον John Cage ένα έργο του υπάρχει μόνο κατά τη στιγμή της εκτέλεσης· μια ηχογράφηση ενός μουσικού έργου του «δεν έχει μεγαλύτερη αξία από μια καρτ ποστάλ»[3], ενός αναμνηστικού δηλαδή μιας δράσης που έχει παρέλθει.

Ακριβώς επειδή κάθε στιγμή είναι ανεπανάληπτη, κάθε μουσική εκτέλεση είναι μοναδική: «δεν μπορείς να περάσεις το ίδιο ποτάμι δύο φορές»[4] -το νερό που κυλάει μέσα σε αυτό έχει αλλάξει. Ακόμα και να μπορούσε ο ήχος να αναπαραχθεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο -όπως συμβαίνει με τα ψηφιακά μουσικά αρχεία, που μεταβιβάζονται αναλλοίωτα από σκληρό δίσκο σε σκληρό δίσκο- οι γύρω ήχοι πάντα αλλάζουν, άρα το αποτέλεσμα που φτάνει στα αυτιά μας είναι διαφορετικό.

Να εξαλείψουμε κάθε γειτονικό ήχο είναι αδύνατον, αφού η σιωπή δεν υπάρχει.

Αυτό διαπίστωσε ο John Cage το 1951, όταν μπήκε σε έναν «άηχο θάλαμο» -ένα δωμάτιο όπου όλοι οι θόρυβοι απορροφώνται- περιμένοντας να βιώσει την απόλυτη σιωπή· όμως, βρέθηκε μπροστά σε έναν επαναλαμβανόμενο θόρυβο, που προερχόταν από το ίδιο του το σώμα και την επαφή του με το περιβάλλον.

Η εμπειρία του αυτή υπήρξε καταλυτική στη σύνθεση του 4’33” -ένα μουσικό κομμάτι στο οποίο όρισε μονάχα τη διάρκεια. Στην εκτέλεση του κομματιού δεν προβλέπεται κανένας ήχος από τους μουσικούς· και όμως, ησυχία δεν υπάρχει: κάποιος στο κοινό βήχει, άλλος σέρνει τα πόδια του στο πάτωμα, άλλος ψιθυρίζει. Στο 4’33” το κοινό από ακροατής γίνεται εκτελεστής του μουσικού έργου, ενώ ο συνθέτης γίνεται ακροατής.

Σε κάθε μουσική εκτέλεση υπάρχουν οι θόρυβοι του κοινού· στο 4’33” η απουσία της μουσικής μας κάνει να τους αντιληφθούμε. «Χάρη στη σιωπή ο θόρυβος -όχι μια επιλογή συγκεκριμένων θορύβων, αλλά η πολλαπλότητα όλων των θορύβων που υπάρχουν ή μπορούν να προκύψουν- εισάγεται οριστικά στη μουσική μου» λέει ο Cage[5].


John Cage, 1956. CLICK ON IMAGE to view 4’33” on Youtube (David Tudor original performance)

Experimental Jet Set: οι εικαστικές και ηχητικές αναζητήσεις των Sonic Youth

Αν οι ακροατές του Cage γίνονται συνθέτες με τους ακούσιους, αμυδρούς θορύβους που παράγουν, η δυναμική του κοινού απογειώνεται σε μια ροκ συναυλία, όπου όλοι χορεύουν, τραγουδούν, φωνάζουν, σφυρίζουν. Χάρη σε αυτή τη δυναμική -η οποία αποτελεί πηγή έμπνευσης για την Kim Gordon, όπως θα δούμε αργότερα-, αλλά και τους διαρκείς πειραματισμούς και αυτοσχεδιασμούς πάνω στη σκηνή, κάθε μουσική ερμηνεία των Sonic Youth είναι μοναδική.

Οι Sonic Youth, στα 25 χρόνια της πορείας του συγκροτήματος, έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα εντελώς προσωπικό ηχητικό και εικαστικό ιδίωμα, όπου οι μελωδικές γραμμές συγκρούονται σε ξεσπάσματα θορύβων και οι πολύχρωμες pop αναφορές των εικόνων υποχωρούν κάτω από προχειρογραμμένες λέξεις, σελοτέιπ και τσαλακωμένες επιφάνειες.

Οι συναυλίες τους καταλήγουν σε αυτοσχεδιασμούς πάνω στο θόρυβο, τον οποίο εξερευνούν φέρνοντας τα μουσικά όργανα στα όριά τους – τραβώντας παράφορα τις χορδές της κιθάρας και γεννώντας απόκοσμους ήχους με ηλεκτρονικά gadgets – ή πέρα από αυτά -χτυπώντας τις κιθάρες πάνω στα ηχεία και τους ενισχυτές.

Οι ηχητικές αναζητήσεις του συγκροτήματος παντρεύουν με αναπάντεχο τρόπο την pop με την Αvant Garde: ανάμεσα στις ηχογραφήσεις τους περιλαμβάνονται τραγούδια της Madonna[6] αλλά και μουσικά κομμάτια των John Cage, Steve Reich, Takehisa Kosugi, James Tenney, Nicolas Slonimsky, George Maciunas, Yoko Ono[7] και άλλων καλλιτεχνών της μουσικής και εικαστικής πρωτοπορίας.

Αναλογιζόμενοι το εύρος των αναζητήσεών τους, η παρουσία τους στις εικαστικές τέχνες προκύπτει ως φυσική. Οι αφίσες, τα βίντεο και τα εξώφυλλά τους συναπαρτίζουν μια ξεχωριστή αισθητική του «πρόχειρου», με βιαστικά σχέδια και μουντζουρωμένες λέξεις, φωτογραφίες χωρίς το glamour των rock stars, βίντεο με εικόνες που τρέμουν και εναλλάσσονται συνεχώς.

Όλα αυτά δεν πηγάζουν από κάποια ιδιόμορφη στρατηγική του star system, αλλά από το ίδιο το συγκρότημα. Τόσο η Kim Gordon όσο και ο Lee Ranaldo ξεκίνησαν την καλλιτεχνική τους πορεία ως εικαστικοί καλλιτέχνες και παράλληλα με τις δραστηριότητες του γκρουπ παρουσιάζουν τα έργα τους σε μουσεία και γκαλερί σε όλο τον κόσμο. Επιπροσθέτως, η Kim αναπτύσσει δράση ως curator σε εκθέσεις και ως κριτικός τέχνης σε γνωστά περιοδικά.

Στα εξώφυλλα των άλμπουμ των Sonic Youth συναντούμε έργα διάσημων καλλιτεχνών, όπως είναι ο Gerhard Richter (Daydream Nation, 1988), ο Raymond Pettibon (Goo, 1990), ο Mike Kelley (Dirty, 1992) και ο Richard Prince (Sonic Nurse, 2004). Στα βίντεο των τραγουδιών τους και τις κινηματογραφικές εμφανίσεις τους οι Sonic Youth έχουν συνεργαστεί με σκηνοθέτες όπως τον Gus Van Sant, τoν Richard Kern και τoν Spike Jonze, ενώ παράλληλα διατηρούν στενές επαφές με καλλιτέχνες όπως τον Tony Oursler[8], τoν Dan Graham[9], τον Michael Morley και πολλούς άλλους.

Η πολλαπλή δράση των Sonic Youth και η συνεργασία τους με πληθώρα μουσικών, εικαστικών καλλιτεχνών και συγγραφέων δίνεται μέσα από την έκθεση SONIC YOUTH ETC.: SENSATIONAL FIX, που παρουσιάζεται διαδοχικά σε 5 ευρωπαϊκές πόλεις[10] από τον Ιούνιο του 2008 μέχρι τον Ιανουάριο του 2010. Το κοινό κατακλύζει τις αίθουσες των Κέντρων Σύγχρονης Τέχνης, όπως και τις συναυλίες τους. Κάποτε ως θεατής, κάποτε ως πρωταγωνιστής…


CLICK ON IMAGES from Sonic Youth ETC.: Sensational Fix to view videos of Sonic Youth performing live. Photos from the exhibition by Locace

Wish fulfillment: Τα φώτα των προβολέων και η ματιά της Kim Gordon πέφτουν στο κοινό

Ακολουθώντας την ίδια γραμμή με τον John Cage -που άφησε το κοινό να παράγει τον ήχο του 4’33” -και πηγαίνοντας ένα βήμα πιο πέρα η Kim Gordon δίνει στο κοινό ένα πιο συνειδητό ρόλο, παραχωρώντας του το μπάσο της, drums, κιθάρες και ηλεκτρονικά gadgets που παράγουν θόρυβο.

Η installation Reverse Karaoke (2005)[11] που πραγματοποίησε με την επίσης μουσικό και εικαστικό Jutta Koether αντιστρέφει τους όρους του δημοφιλούς karaoke. Αντί για μια ηχογράφηση μουσικής, πάνω από την οποία τραγουδάει το κοινό, εδώ έχουμε μια ηχογράφηση της φωνής της Kim, πάνω στην οποία το κοινό καλείται να συνθέσει μουσική. Η installation αποτελείται από μια σκηνή -που ζωγράφισε η Kim κατά τη διάρκεια των εγκαινίων- η οποία στεγάζει μουσικά όργανα και ηλεκτρονικό εξοπλισμό κατάλληλο για την παραγωγή ήχων και την καταγραφή τους σε CD. Το κοινό έχει τη δυνατότητα να γράψει τη δική του μουσική πάνω στο υπνωτικό τραγούδι της Kim, να την καταγράψει και να δημιουργήσει και το δικό του εξώφυλλο. Κάθε CD παράγεται σε δύο αντίγραφα, ένα για τον επισκέπτη και ένα για τις καλλιτέχνιδες.

Η σκηνή της installation γίνεται πεδίο καλλιτεχνικών πειραματισμών. Μέσα από το Reverse Karaoke ενθαρρύνεται ο αυτοσχεδιασμός του θεατή, τόσο στο μουσικό, όσο και στο εικαστικό κομμάτι της δράσης. Οι ρόλοι αντιστρέφονται: το κοινό παράγει μουσική ενώ αντίστροφα, η Kim Gordon και η Jutta Koether γίνονται ακροάτριες που συλλέγουν τα CD του κοινού. Με αυτό τον τρόπο οι καλλιτέχνιδες μας εισάγουν σε μια άλλη διάσταση της πραγματικότητας, όπου το κοινό γίνεται δημιουργός και επίκεντρο του ενδιαφέροντος.


Kim Gordon and Jutta Koether, Reverse Karaoke, 2005. CLICK ON IMAGE to see video

Με παρόμοιο τρόπο, η εικόνα του κοινού και η δράση του στο χώρο είχαν τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην έκθεση Portraits #17-37 που παρουσίασε η Kim Gordon στην Iguapop Gallery στη Βαρκελώνη (29/11/2007-12/1/2008). Τα έργα που παρουσιάζονταν ήταν οργανωμένα στο χώρο σαν τα επιμέρους κομμάτια μιας μεγάλης εγκατάστασης: πάνω στον τοίχο της εισόδου απλώνονταν οι βιαστικές πινελιές ενός τεράστιου ασπρόμαυρου πορτρέτου· στον κυρίως χώρο παρουσιάζονταν η Ζωγραφική θορύβου – μια installation που αποτελείται από μαύρους μουσαμάδες και μαύρα κλαδιά δέντρων επιχρισμένα με σκόνη glitter.


Kim Gordon, Wall Painting and Noise Painting Installation, 2008. Photos courtesy of Iguapop Gallery, Barcelona

Στο βάθος της αίθουσας, μια σειρά από ακουαρέλες: πρόσωπα που αρθρώνονται από κηλίδες χρώματος. Είναι τα δικά μας πρόσωπα, όπως φωτίζονται από τους χρωματιστούς προβολείς στις συναυλίες των Sonic Youth και όπως αποτυπώνονται στη μνήμη της Kim Gordon την ώρα που χορεύουμε:

«Κοιτάζοντας το κοινό φως έρχεται από τον προβολέα στην πίσω μεριά της αίθουσας. Κάνει τα κεφάλια των ανθρώπων να φωτίζονται, σαν να είναι άγιοι. Ο προβολέας αλλάζει και κάποια από τα πρόσωπα  εξαφανίζονται στο σκοτάδι. Αυτούς που είναι πίσω δεν μπορώ να τους δω καθόλου. Στο μπροστινό κομμάτι της αίθουσας μισά μάγουλα αναδύονται πιτσιλισμένα με στροβιλιζόμενα χρώματα από τη χρωματική προβολή. Προσπαθώ να μην κοιτάω ευθέως κανέναν από αυτούς που βρίσκονται μπροστά, ώστε να μη σπάσει η έκσταση της συγκέντρωσης. Αντ’ αυτού παρουσιάζονται σαν μια συλλογική διάθεση. Ξαφνικά κάτι βουίζει στο κεφάλι μου και σπάει σε χίλια κομμάτια στη σκηνή. Είναι μια κασέτα. Στριφογυρίζω προσπαθώντας να μη ζαλιστώ, αλλά απολαμβάνοντας τη ζάλη των θολών εικόνων. Είναι σαν μια κάμερα που τρεμοπαίζει σε 360 μοίρες. Μακάρι να είχα μια κάμερα να καταγράψω πώς είναι»[12].


Kim Gordon, Portraits #17, 24, 27, 28 (2007). Photos courtesy of Iguapop Gallery, Barcelona

Το κοινό είναι για μια ακόμα φορά στο προσκήνιο, ως κεντρικό θέμα των έργων της και ως συνδημιουργός της κεντρικής installation της έκθεσης: Στη μέση της αίθουσας απλώνεται ένας κύκλος στο πάτωμα, φτιαγμένος από μαύρη γυαλιστερή σκόνη. Καθώς η γκαλερί γεμίζει με κόσμο τη βραδιά των εγκαινίων, κάποιοι στέκονται μέσα στον κύκλο, σαν αυτόκλητα ζωντανά γλυπτά, άλλοι παίρνουν λίγη σκόνη μαζί τους, αφανίζοντας ένα μέρος του κύκλου, ενώ άλλοι δεν αντιλαμβάνονται την installation και πατούν πάνω στη σκόνη, αλλοιώνοντας το σχήμα του κύκλου. Όλη αυτή την ώρα η Kim παρατηρεί, αλλά δεν επεμβαίνει· αυτή ξεκίνησε το έργο, τώρα είναι η σειρά του κοινού να το μεταμορφώσει.

Φεύγοντας από το χώρο της έκθεσης, η σκόνη έχει κολλήσει στα παπούτσια των επισκεπτών και μεταφέρεται στους δρόμους της Βαρκελώνης, απλώνοντας τα όρια της εγκατάστασης σε όλη την πόλη.

Αστρόσκονη στα παπούτσια, δυνατές κιθάρες στο μυαλό…


Kim Gordon, Installation in Iguapop Gallery, November 2007

Προτεινόμενες αναφορές:

Υπάρχουν πολλά βιβλία και μεγάλος όγκος οπτικοακουστικού υλικού για τους Sonic Youth και την πειραματική μουσική του 20ού αιώνα. Παρακάτω προτείνω μονάχα μια επιλογή:

Βιβλιογραφία (επιλογή):

Browne David, Goodbye 20th Century: A Biography of Sonic Youth, Da Capo Press, 2008

Groenenboom Ronald (ed.) and Sonic Youth, Sonic Youth: Sensational Fix (Exhibition Catalogue), Walther Konig Editions, 2009

Gordon Kim, Chronicles Vol.1, Nieves editions, 2005

Gordon Kim, Chronicles Vol.2, Nieves editions, 2006

Gordon Kim, Portraits #17-37 (Exhibition Catalogue), Iguapop Gallery, 2007

Holmes Thomas B., Electronic and Experimental Music, Pioneers in Technology and Composition, Routledge editions 2002.

Labelle Brandon, Background Noise: Perspectives on Sound Art, Continuum Publishing Group, 2006

Nyman Michael, Experimental Music: Cage and Beyond, Cambridge University Press, 1999

Φιλμογραφία/ Video (Επιλογή):

1991: The Year Punk Broke (1992), film directed by Dave Markey

Kill Your Idols (2004), documentary directed by S.A. Crary

Last Days (2005), film directed by Gus Van Sant

Shadow of a doubt (1986), music video directed by Kevin Kerslake

Death Valley ’69 (1986), music video directed by Richard Kern

Beauty Lies in the Eye (1987), music video directed by Kevin Kerslake

Kool Thing (1990), music video directed by Tamra Davis

Δισκογραφία (επιλογή):

Sonic Youth, Confusion is Sex (1983)

Sonic Youth, Daydream Nation (1988)

Sonic Youth, Goo (1990)

Sonic Youth, Dirty (1992)

Sonic Youth, SYR4: Goodbye 20th Century (1999)

Links (επιλογή):

www.sonicyouth.com

www.johncage.info

www.iguapop.net

www.sonicyouthmedia.com/alt-main/includes/sensationalpop.html

Footnotes:


[1] “John Cage: Interview with Roger Reynolds” (1962), Contemporary Composers on Contemporary Music, eds. Schwartz and Childs, Holt, Rinehart & Winston, New York, 1967, σσ. 335-348.

[2] Από το Evol, 1986. Οι αναφορές σε άλμπουμ και τραγούδια των Sonic Youth είναι αναπόφευκτες, αφού το εικαστικό και μουσικό τους έργο παρουσιάζει μια ενότητα, όπως θα δούμε παρακάτω.

[3] Michael Nyman, Experimental Music: Cage and Beyond, Cambridge University Press, 1999, p. 10.

[4] Ηράκλειτος

[5] Brandon Labelle, Background Noise: Perspectives on Sound Art, Continuum Publishing Group, 2006, σ.14.

[6] Το 1988 οι Sonic Youth κυκλοφόρησαν το Whitey Album, με εκτελέσεις γνωστών κομματιών της Madonna όπως το Into the Groove και το Burning Up. Για την περίσταση, άλλαξαν προσωρινά το όνομα του συγκροτήματος σε Ciccone Youth -μια αναφορά στο επώνυμο της Madonna.

[7] To 1999 οι Sonic Youth κυκλοφόρησαν το SYR4: Goodbye 20th Century, ένα άλμπουμ όπου ερμηνεύουν κομμάτια συνθετών της μουσικής avant garde του 20ού αιώνα.

[8] Για παράδειγμα, στο βίντεο Synesthesia (1997-2001) ο Tony Oursler παρουσιάζει μια συνέντευξη της Kim Gordon. Από την άλλη, η Kim έχει συνεργαστεί με τον Oursler και ως curator (White Columns gallery, 1982).

[9] Δες “Dan Graham Interview”, Artland, 15 Μαΐου 2002, http://architettura.supereva.com/artland/20020515/index_en.htm, όπου ο καλλιτέχνης μιλάει για τη συνεργασία του με την Kim Gordon. Ο Dan Graham συνεργάστηκε με τους Sonic Youth και στο video “Rock My Religion”, όπου το συγκρότημα συμμετείχε στη σύνθεση της μουσικής.

[10] Οι πόλεις και η ημερομηνίες που έχουν οριστεί για το SONIC YOUTH ETC.: SENSATIONAL FIX τη στιγμή που γράφεται αυτό το άρθρο είναι οι εξής:

Γαλλία: LiFE, Saint-Nazaire, 18/6/2008-7/9/2008

Ιταλία: Museion Bozen/Bolzano, 11/10/2008-4/1/2009

Γερμανία: Kunsthalle Düsseldorf, 31/1/2009-10/5/2009

Σουηδία: Malmö Konsthall, 29/5/2009-20/9/2009

Ισπανία: Centro Huarte de Arte Contemporáneo, Navarra/Nafarroa, Οκτώβριος 2009-Ιανουάριος 2010.

[11] Η installation Reverse Karaoke παρουσιάστηκε σε μια σειρά από κέντρα σύγχρονης τέχνης και γκαλερί:

South London Gallery (2005), Magasin-CNAC, Grenoble (2006), MAK, Vienna (2007), Galleria Enrico Fornello, Prato (2007), Life, St Nazaire, France (2008), Museion, Bolzano, Italy (2008).

[12] Kim Gordon, Νοέμβριος 2007. Από τον κατάλογο της έκθεσης «Portraits #17-37» που παρουσιάστηκε στην Iguapop Gallery (Βαρκελώνη, 29/11/2007-12/1/2008).