Τα θαμμένα μυστικά του Bill Viola και η αφηγηματική εγκατάσταση | ΜΑΡΩ ΨΥΡΡΑ

english

Bill Viola
The Greeting, 1995
Video/sound installation
Production still
Photo: Kira Perov

Η φωτογραφία δημοσιεύεται με την ευγενική
παραχώρηση του καλλιτέχνη

Το 1995 ο Bill Viola παρουσίασε την έκθεση Buried Secrets στην 46η Biennale Βενετίας, εκπροσωπώντας τη χώρα του στο διεθνή διαγωνισμό. Την έκθεση αποτελούσαν πέντε διαδοχικές βιντεοηχητικές εγκαταστάσεις –video sound installations (Hall of Whispers, Interval, Presence, The Veiling) που δεν μπορούν να ειδωθούν ως μεμονωμένα και ξεχωριστά έργα αλλά συναπαρτίζουν ένα ενιαίο έργο. Άλλωστε η πορεία του θεατή μέσα στην έκθεση – κι επομένως η πορεία του βλέμματός του – καθοδηγείται από την αρχιτεκτονική δομή του ίδιου του αμερικανικού περιπτέρου, στην οποία υπάκουσε και υπηρέτησε ο Bill Viola.

Στην πρώτη αίθουσα τοποθέτησε το έργο Hall of Whispers, το διάδρομο των ψιθύρων. Ο θεατής κατέβαινε και διέσχιζε έναν μακρύ και σκοτεινό διάδρομο που θύμιζε ρωμαϊκές κατακόμβες. Δεξιά και αριστερά στους τοίχους και κατά το βήμα του θεατή προβάλλονταν δέκα ασπρόμαυρα videos, ανά πέντε στην κάθε πλευρά, που παρουσίαζαν ανδρικά και γυναικεία πρόσωπα. Τα στόματά τους ήταν φιμωμένα με λευκά μαντίλια και κρατούσαν τα μάτια τους κλειστά. Τα πρόσωπα προσπαθούσαν να αρθρώσουν λόγο αλλά – όντας φιμωμένα – το μόνο ήχο που μπορούσαν να εκφέρουν ήταν οι μπερδεμένοι και ασαφείς ψίθυροι που συνέθεταν μια χορωδία αγωνίας και απόγνωσης, επιτείνοντας τον ασφυκτικό χαρακτήρα της ατμόσφαιρας του στενού διαδρόμου.

Στη δεύτερη αίθουσα ο επισκέπτης περνούσε σε έναν άλλο κόσμο. Το Interval (εσωτερικό) είχε στηθεί σε ένα σκοτεινό μικρό δωμάτιο. Δύο μεγάλοι projectors, ο ένας απέναντι στον άλλον, παρουσίαζαν δύο διαφορετικά videos. Στο πρώτο, ένας γυμνός άνδρας στο λουτρό, ο ίδιος ο Bill Viola, καθάριζε το σώμα του μεθοδικά με αργές σχεδόν νωχελικές κινήσεις χρησιμοποιώντας ένα ειδικό δοχείο για το νερό και καθαρές πετσέτες. Το δεύτερο video παρουσίαζε ένα σύνολο από εναλλασσόμενες βίαιες εικόνες. Ο ίδιος άνδρας προσπαθούσε να σταθεί όρθιος, άλλοτε παρασυρόμενος από ορμητικά νερά κι άλλοτε αντιμετωπίζοντας πύρινες γλώσσες φωτιάς.

Ακολουθούσε το Presence, μια εξακάναλη ηχητική εγκατάσταση που στεγαζόταν στη ροτόντα του αμερικανικού περιπτέρου. Αυτή τη φορά η εικόνα απουσίαζε εντελώς και στο χώρο υπήρχαν μόνο μεγάφωνα που μετέδιδαν τους ήχους: Φωνές που και πάλι δεν ήταν ξεκάθαρες. Ακουγόταν παιδικά γέλια, «σοβαρές» ενήλικες κουβέντες και λόγια γερόντων ανάκατα, σαν τα ακούσματα ενός ανθρώπου που βρίσκεται κλεισμένος σε ένα δωμάτιο κι ακούει τους ήχους του έξω κόσμου χωρίς όμως να έχει την οποιαδήποτε οπτική επαφή μαζί του.

Μετά την ηχητική installation, ο επισκέπτης περνούσε στο Veiling. Από την οροφή κρέμονταν, ανά 60 εκατοστά , απλωμένα έντεκα επάλληλα πέπλα από λεπτό, διαπερατό στο φως ύφασμα. Δύο projectors, μπροστά και πίσω από τα πέπλα, πρόβαλλαν στην επιφάνεια του πρώτου και του τελευταίου πέπλου την εικόνα ενός άνδρα και μιας γυναίκας αντίστοιχα να προχωρούν, να συναντιούνται και να απομακρύνονται. Οι εικόνες διαπερνούσαν τα υφάσματα και επανασχηματίζονταν προοπτικά στις επιφάνειες και των από πίσω πέπλων. Στο μεσαίο (το έκτο κατά σειρά πέπλο) οι δύο κινούμενες μορφές – αχνές πλέον – συναντιόνταν και συγχωνεύονταν για να απομακρυνθούν λίγο αργότερα.

Η τελευταία σκοτεινή αίθουσα, και η μεγαλύτερη σε μέγεθος, φιλοξενούσε ένα μόνο video, το περίφημο The Greeting (Χαιρετισμός). Πρόκειται για ένα έγχρωμο video διάρκειας δέκα λεπτών, γυρισμένο σε ακραίο ρυθμό slowmotion που παρουσιάζει τη συνάντηση τριών γυναικών. Σε μια σχετικά σκοτεινή εσωτερική αυλή με ψηλά κτήρια δεξιά κι αριστερά συναντιούνται και συνομιλούν δύο γυναίκες, μια μεσήλικη ξανθιά και μια ηλικιωμένη. Στη συνέχεια, εμφανίζεται μια έγκυος νεαρή γυναίκα η οποία φαίνεται γνωστή της ηλικιωμένης. Καθώς την πλησιάζει γίνεται όλο και πιο διαχυτική, την αγκαλιάζει και τη φιλά. Η εγκυμονούσα σκύβει προς το μέρος της ηλικιωμένης αγνοώντας τη άλλη και ψιθυρίζει ένα «μυστικό» στο αφτί της. Είναι η μοναδική φορά που μπορούμε να ξεχωρίσουμε ευκρινώς τα λόγια «Can you help me? I need to speak to you right away.» (Μπορείς να με βοηθήσεις; Πρέπει να σου μιλήσω αμέσως) Μάλιστα το «Can you help me?» ακούγεται πιο δυνατά. Η ξανθιά γυναίκα στο κέντρο φαίνεται σκεφτική, στρέφεται προς την ηλικιωμένη η οποία απαντά, χαμογελά και τη βάζει στην κουβέντα. Γίνονται οι απαραίτητες συστάσεις και το video ολοκληρώνεται με τις τρεις γυναίκες να συζητούν. Οι θεατές δεν ξεχωρίζουν τα λόγια γιατί οι ομιλίες τους εμποδίζονται από τον ήχο του δυνατού ανέμου. Σε όλη τη διάρκεια της συνάντησης των γυναικών, σε δεύτερο πλάνο, εκτυλίσσεται μια άλλη συνάντηση δύο ανδρικών μορφών στην είσοδο της αυλής η οποία φωτίζεται από ένα εξωτερικό φως.

Με βάση τη διαδοχή των videoinstallations και των συμβάντων που περιλαμβάνουν, αντιλαμβανόμαστε ότι βρισκόμαστε στο πεδίο της narrative installation[1]. Ο Bill Viola δημιουργεί ένα έργο με ευδιάκριτη αφηγηματική δομή, βασισμένο στο χώρο, το χρόνο (ή τους χρόνους), τη δράση, την πλοκή. Οι πέντε video εγκαταστάσεις (οι οποίες επέχουν θέση επιμέρους αφηγήσεων) συγκροτούν και συναρθρώνουν το τελικό «αφήγημα». Οι εγκαταστάσεις λοιπόν του Viola καθώς παράγουν μορφές αναπαράστασης[2] του κόσμου, συνενώνουν άρρηκτα δυο τουλάχιστον «στοιχεία» τα οποία συγκροτούν κάθε αφήγημα: τη σειρά των «γεγονότων» (story) και το «λόγο» με τον οποίο αυτή πραγματώνεται (fiction)[3]. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια ιστορημένη διαδοχή γεγονότων. Αυτό σημαίνει πρακτικά α) ότι δυο τουλάχιστο «πρόσωπα» βρίσκονται σε κατάσταση επικοινωνίας, εκείνος που αφηγείται και εκείνος που ακούει/βλέπει τον αφηγητή (πομπός -δέκτης), β) ότι η ιστόρηση βασίζεται στη χρονικότητα η οποία αναφέρεται τόσο στο χρόνο της φυσικής διαδοχής των γεγονότων που περιγράφονται, όσο και στην χρονική ακολουθία των σημείων που αναπαριστούν τα γεγονότα αυτά (Σειρά ή Τάξη (Ordre), Διάρκεια (Duree), Συχνότητα (Frequence)), γ) ότι παρελθούσες[4] πράξεις ή συμβάντα «εγκαθίστανται» στο παρόν μας και παρουσιάζονται βασισμένα σε μιαν νοητική αλληλουχία που συγκροτεί την ιστορία (story), και, δ) ότι ο χρόνος της αφήγησης νοείται ως χώρος, δηλαδή είναι ο χώρος που καταλαμβάνει η ίδια η εγκατάσταση στην έκθεση.

Με βάση τα προηγούμενα καθώς μπαίνουμε στο χώρο/κείμενο της έκθεσης είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε: «Ποια είναι η ιστορία (story) που αφηγείται ο Viola;» και «Πως αφηγήθηκε ο video artist στο show[5] της 46ης Biennale την ιστορία του (fiction);».

Η μελετήτρια του Viola, η Marilyn Zeitlin[6], βασική συγγραφέας του καταλόγου της έκθεσης, επισήμανε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε «ένα αφηγηματικό ταξίδι στο φυσικό και πνευματικό κόσμο». Όσο κι αν είναι γενική αυτή η διατύπωση μας οδηγεί προς συγκεκριμένη κατεύθυνση αναζητήσεων. Μάλιστα ο τίτλος της έκθεσης Buried Secrets παραπέμπει στην ταφή και η επιμέρους εγκατάσταση με τον τίτλο The Veiling υποδηλώνει συνειρμικά την αγγλική έκφραση “beyond the veil”που σημαίνει «πέρα από τον τάφο». Επιπλέον στις σημειώσεις του ο Bill Viola δίνει τη λύση από την πρώτη κιόλας σελίδα παραθέτοντας το ποιητικό απόφθεγμα του Πέρση μυστικού Rumi[7]: «Όταν οι σπόροι θάβονται στη σκοτεινή γη, τα μύχια μυστικά τους γίνονται ολάνθιστος κήπος»[8]. Το παράθεμα επιβεβαιώνει ότι κεντρικός άξονας της fabula του Viola είναι ο Θάνατος και η Αναγέννηση. Συγκεκριμένα ο Viola, ως ιεροφάντης που κατέχει το μυστικό της Ζωής, του Θανάτου και της Αναγέννησης, εισάγει το θεατή σε ένα μυητικό χώρο όπου η διαδικασία της περιήγησης στο έργο του καλλιτέχνη «ισοδυναμεί» με μια διαδικασία μύησης όπου θα του αποκαλυφθούν τελικά τα θαμμένα μυστικά και θα «ανθίσουν» στην καρδιά του. Έτσι ο μεν καλλιτέχνης αναλαμβάνει το ρόλο του «φωτισμένου ιερέα» που κατέχει τα «μυστικά» και οργανώνει τελετουργικά τον «ιερό χώρο» της μύησης, το δε έργο του γίνεται μία μυητική οδός (χώρος και χρόνος μαζί) που υποχρεώνει[9] το θεατή να υποστεί μέσα σ’ αυτό μια σειρά «δοκιμασίες» ώσπου να βρει ως νεοφώτιστος την «αλήθεια» στο τέλος της πορείας του. Επομένως στο «αφήγημα» του Viola, το μεν story αφορά τη διαδικασία της μύησης, το δε fiction που επιλέγει ο καλλιτέχνης για να υλοποιήσει την ιστορία του αναφέρεται στον κόσμο των μυητικών συμβόλων που έχουν παραδοθεί από ισχυρές ανατολικές θρησκευτικές παραδόσεις αλλά και –ως τυπικός δυτικός άνθρωπος- στη «μαγική», ή «μαγευτική» καλύτερα, χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας. Συγχρόνως το αφήγημα επιβάλλει μια ιερά πορεία σε ένα καθαγιασμένο μυστικό χώρο. Ο Viola γνωρίζει καλά μια «βασική θρησκειολογική αλήθεια»: ο ιερός χώρος ποτέ δεν έχει «εκλεγεί» από τον άνθρωπο, αλλά ο χώρος τού «αποκαλύπτεται» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο[10]. Και το ρόλο του ιεροφάντη αναλαμβάνει ο καλλιτέχνης.

Η ιδέα ότι ο Viola με τη συγκεκριμένη έκθεση οργανώνει ένα τελετουργικό χώρο/χρόνο μύησης και μια καθορισμένη πορεία προς την αποκαλυπτική φώτιση επιβεβαιώνεται από μια σειρά στοιχεία που αφορούν την ίδια την κατασκευή του έργου γιατί βέβαια οι ιεροί χώροι έχουν «κατασκευαστεί» σύμφωνα με τις οδηγίες πατροπαράδοτων κανόνων που αναφέρονται σε ένα αρχέτυπο που σχετίζεται με τα στάδια της μύησης.

Κατ’ αρχάς ο θεατής υποχρεώνεται να «κατέλθει» τα τρία σκαλοπάτια και να μπει μέσα στο σκοτεινό διάδρομο του Hall of Whispers. Η κάθοδος σε ένα σκοτεινό χώρο όπου συναντά «χθόνια» πρόσωπα που αγωνίζονται να του μιλήσουν είναι η πρώτη επαφή του μυούμενου με τον διαφορετικό κόσμο των πνευμάτων, της σιωπής και του φοβικού ακατανόητου. Ο θεατής εδώ πρέπει να αντιληφθεί –σύμφωνα με το στίχο του Paul Eluard – ότι στο χώρο της μύησης «δεν πρέπει να βλέπουμε την πραγματικότητα, έτσι όπως είμαστε». Η εγκατάβαση στο σκότος ορίζει την αρχή της μύησης και είναι η πρώτη δοκιμασία, η πρώτη αναμέτρηση με τον εαυτό. Εν συνεχεία ο μυούμενος πρέπει να μπει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στη φάση των καθαρμών. Στο Interval βλέπουμε τον καθαρμό του σώματος που γίνεται με ειδικό δοχείο (περσικό δοχείο καθαρμού)[11] αλλά και τη μεταφορική μάχη της μυούμενης ψυχής με τα δύο κοσμικά καθαρτικά στοιχεία: το νερό και τη φωτιά[12]. Η βρώμικη ψυχή παλεύει με τα στοιχεία του καλού και αφού περάσει τη δοκιμασία υπάρχει πλέον ως απολύτως καθαρή κι εξαγνισμένη. Ο ξαναγεννημένος και ανανεωμένος μυούμενος άνδρας, μέσα από την επενέργεια του ηδονικού δροσερού νερού[13] και της πυρωμένης και αχόρταγης φωτιάς[14] είναι πλέον προετοιμασμένος να γίνει εραστής και να προσελκύσει τις «νύμφες».

Εισέρχεται στο Presence σε ένα κόσμο όπου πλέον απουσιάζουν τα ερεθίσματα των εικόνων και μόνο ήχοι έρχονται στα αφτιά του που μοιάζουν να τον καλούν να μετέχει σε μια άλλη ζωή. Βρίσκεται στο κέντρο του μυητικού ιερού και της μυητικής τελετουργίας (αλλά και στο μέσον της έκθεσης). Βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους. Προχωρώντας έρχεται στο χώρο του Veiling όπου κρέμονται τα 11 πέπλα. Το πέπλο καλύπτει αλλά και αφήνει να διαφανεί αυτό που κρύβεται πίσω του. Η διαφανής φύση των πέπλων αποκαλύπτει με τις προβαλλόμενες εικόνες του άντρα και της γυναίκας τη «συνάντησή» τους στο μεσαίο πέπλο. Πρόκειται για μια αποκαλυπτική τελετουργική συγχώνευση/συνεύρεση, μια τελετουργική ιερογαμία όπου ο μυστικός σπόρος θάβεται για να γεννηθεί νέος κατόπιν και να πραγματοποιηθεί το ρηθέν «όταν οι σπόροι θάβονται στη σκοτεινή γη, τα μύχια μυστικά τους γίνονται ολάνθιστος κήπος». Στο The Greeting ο μυούμενος επανέρχεται στον αρχικό κόσμο του μόνο που, καθώς έχει φωτιστεί από την αποκαλυπτική εμπειρία, δίνει πλέον κυρίαρχη σημασία στο θηλυκό στοιχείο και τη σχέση του με τη γονιμότητα. Έτσι οι τρεις διαφορετικές ηλικίες των γυναικών θα καλύψουν το πρώτο πλάνο (οι ανδρικές φιγούρες θα οδηγηθούν εκτός). Τα λόγια που ακούγονται από το στόμα της εγκυμονούσης στο αφτί της ηλικιωμένης και συναρθρώνουν το «μυστικό» αφορούν τη συμμετοχή του γυναικείου στο αίτημα «Μπορείς να με βοηθήσεις; Έχω ανάγκη να σου μιλήσω αμέσως». Αυτό το μυστικό που σχετίζεται με τη γονιμότητα και την επικείμενη γέννηση θα συνενώσει τις γυναίκες που κρατούν το μυστικό της γέννησης και επομένως την ελπίδα της αιώνιας αναγέννησης.

Στο έργο του Viola η ροή του χρόνου που εμφανίζεται σε όλους μας ως λογική αναγκαιότητα και ιεραρχεί την έλλογη τάξη, διασπάται. Όλη η μυητική διαδικασία πραγματοποιείται σε ακραία αργή κίνηση που δίνει την εντύπωση της αιώρησης, της πτήσης, του εξαγνισμού. Έτσι δημιουργείται μια άλλη διαλεκτική της διάρκειας, μια άλλη σχέση του χρόνου με την πραγματικότητα, η οποία καθώς «βρίσκεται ανάμεσα στην αντικειμενική και υποκειμενική γνώση»[15] υπηρετεί δυναμικά την ιδέα της μυητικής απελευθέρωσης από τα έλλογα δεσμά και την βασανιστικά υπομονετική κατάκτηση της μυητικής πληρότητας.

[1] Για τη narrative installation βλ. Rush, Michael, New Media in Late 20th Century Art, Thames and Hudson, London 1999, σελ. 107-111

[2] Στην κοινωνιογλωσσολογία μάλιστα η αφήγηση συνιστά ένα ειδικό γένος λόγου, δηλαδή μια ειδικού τύπου αναπαράσταση του κόσμου μέσω της γλώσσας (τα άλλα δύο είναι η περιγραφή και η επιχειρηματολογία).

[3] Ο Γάλλος θεωρητικός της αφηγηματολογίας Ζ. Ζενέτ προτείνει μια τριμερή ιεράρχηση της «αφήγησης» σε: α) Ιστορία (histoire). Πρόκειται για το σημαινόμενο, δηλαδή τη διήγηση των γεγονότων που θα μπορούσαμε ν’ αποδώσουμε και με μια περίληψη. β) Αφήγημα (recit). Πρόκειται για το σημαίνον, το ίδιο το «κείμενο» (εικαστικό, γραπτό ή προφορικό) που διαρθρώνει τα γεγονότα. γ) Αφήγηση (narration). Πρόκειται για την πράξη ή, αλλιώς, για τη διαδικασία αφήγησης μιας ιστορίας, την πράξη του αφηγείσθαι. Είναι ο τρόπος έκφρασης του «κειμένου» και παράλληλα ο τρόπος με τον οποίο εγγράφεται το υποκείμενο της παραγωγής του «κειμένου» μέσα στο παραγωγό του, δηλαδή το αφηγηματικό κείμενο. Είναι η εκφώνηση/παρουσίαση.

[4] ο όρος «γεγονός» (μετοχή παθητικής διάθεσης και ουδέτερου γένους) που αναφέρεται σε παρωχημένοχρόνο.

[5] Iles, Chrissie, “Bill Viola: Venice Biennale 1995”, Art Journal, Vol. 54, No. 4, Video Art. (Winter, 1995), pp. 97-99

< [6] Zeitlin, Marilyn (ed.), Bill Viola: Buried Secrets (exh. cat.). Texts by Bill Viola, Carl Haenlein, Susie Kalil and Marilyn Zeitlin. Tempe: Arizona State University Art Museum, 1996, σελ. 16

[7] Ο Πέρσης μυστικός ποιητής Jalaluddin Rumi, από τον οποίο ο καλλιτέχνης επηρεάστηκε καθοριστικά, διατύπωσε το 13ο αιώνα τις σκέψεις του για τον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο και έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη σχέση της επίγειας και της ουράνιας ζωής.

[8] Zeitlin, Marilyn (ed.), Bill Viola: Buried Secrets (exh. cat.), ό.π., σελ. 16

[9] Eliade Mircea, Πραγματεία πάνω στην Ιστορία των Θρησκειών, μτφρ. Έλσης Τσούτη, εκδ. Ι. Χατζηνικολή, Αθήνα 1981, σ. 345: «το ιερό εκδηλώνεται σύμφωνα με τους νόμους μιας διαλεκτικής καθαρά προσωπικής κι η εκδήλωσή του επιβάλλεται στον άνθρωπο έξωθεν. Η υπόθεση ότι η «εκλογή» των ιερών χώρων έχει αφεθεί στον άνθρωπο, σημαίνει ταυτόχρονα ότι γίνεται ακατάληπτη η συνοχή των ιερών χώρων.»

[10] Van der Leeuw, Phanomenologie der Religion, Tubingen, 1933, σ.375

[11] Edward B. Tylor, La civilization primitive, σ.562: «Ο πιστός Πέρσης ωθεί τόσο μακρυά την αρχή του εξαγνισμού ώστε, για να αφαιρέσει με τις πλύσεις κάθε είδος ρύπανσης, φτάνει ως το σημείο να πλένει τα μάτια όταν μολύνονται από τη θέα ενός άπιστου. Κρατάει πάντα μαζί του ένα δοχείο γεμάτο νερό, εφοδιασμένο με μακρύ στόμιο για να μπορεί να κάνει τις πλύσεις του».

[12] Αγνίς ονομάζεται η θεότητα της φωτιάς στην ινδική παράδοση και Ignis η φωτιά στα Λατινικά.

[13] Gaston Bachelard , Το νερό και τα όνειρα, μτφρ. Ελση Τσούτη, εκδ. Ι. Χατζηνικολή, Αθήνα 1985, σ. 150.

[14] Η φωτιά ως κοσμικό στοιχείο διατηρεί ιδιότητες μιας πρωταρχικής σεξουαλικότητας που σχετίζεται με τη γονιμότητα και την ευγονία. Δες Gaston Bachelard, Η ψυχανάλυση της φωτιάς, μτφρ. Γ. Εμίρης, εκδ. Ερατώ, Αθήνα 1988, σς 85 κε. Επίσης υπάρχουν πολλά στοιχεία για τη σχέση σεξουαλικότητας γονιμότητας και φωτιάς στα: J. G. Frazer, Ο δρόμος του χρυσού, 3ος τόμος σ. 474 κε, και Καρλ Γιουνγκ, Λίμπιντο.

[15] Gaston Bachelard , Η διαλεκτική της διάρκειας, μτφρ. Ρ. Σπηλιωτακοπούλου, εκδ. Εκάτη, Αθήνα 1994, σ.47